Περί της κλειδός

Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2011

Οι Έλληνες απέδιδαν την εφεύρεση της κλειδός στον Θεόδωρο τον Σάμιο και η χρήση της συναντάται ήδη από τους Ομηρικούς χρόνους. Η κλεις ήταν γνωστή και στους Αιγυπτίους και για τον λόγο αυτό σε πλείστα μνημεία της αρχαίας Αιγύπτου ο Όσιρις και η Ίσις αναπαριστώνται κρατόντες την κλείδα ανά χείρας. Κοινή ήταν η χρήση της κλειδός και στους Ρωμαίους, των οποίων οι κλείδες σε τίποτε δεν διέφεραν από τις σημερινές. Οι ιστορικοί της εποχής μας πληροφορούν ότι οι κλείδες συνηθέστερα εκατασκευάζοντο από σίδηρο, δεν ήταν όμως σπάνιες οι περιπτώσεις στις οποίες εκατασκευάζοντο από πολύτιμα μέταλλα. Κοσμούνταν, δε, αναλόγως της χρήσης, τους με σύμβολα καθημερινά, νεκρικά ή και αποκρυφιστικά. Στο μουσείο του Λούβρου εκτίθενται κλείδες με λαβές παριστάνουσες σφίγγες, δράκοντες αλλά και ουροβόρους όφεις ή ακόμα κλείδες φέρουσες μυστηριακά ή και καββαλιστικά σύμβολα.

Aντιλαμβανόμαστε, λοιπόν, ότι πέρα από την πρακτική χρήση για την διαφύλαξη αγαθών τα οποία θεωρούνται πολύτιμα, η συμβολική χρήση της κλειδός δεν ήταν άγνωστη στο πέρασμα των αιώνων. Αυτή μεταφορικώς χρησιμοποιήθηκε ως έννοια δηλωτική της διαφυλάξεως πολύτιμων γνώσεων.

Η εσωτερική μορφή
Το σύμβολο της κλειδός, ως σύμβολο σιγής και περισκέψεως χρησιμοποιήθηκε τόσο στα Ελληνικά, όσο και στα Αιγυπτιακά και Ιουδαϊκά μυστήρια. Ο Καλλίμαχος στους ύμνους του  προς τους Ολύμπιους θεούς αναφέρει ότι στην Ελευσίνα η ιέρεια της θεάς Δήμητρας έφερε κλείδα ως έμβλημα του μυστικού της υπουργήματος. Ο δε Σοφοκλής στον «Οιδίποδα επί Κολωνώ» λέγει, διά του χορού, αναφερόμενος στους Ευμολπίδες «...ων και χρυσέα κλείς επί γλώσσα βέβακε», υπονοώντας ότι στους ιεροφάντες των Ελευσινίων μυστηρίων είχε τοποθετηθεί επί της γλώσσας τους κλείδα χρυσή για να μην αποκαλύψουν τα απόρρητα.

Στα μυστήρια της Ίσιδος, όπως αναφέρει ο Πλούταρχος στο έργο του «Περί Ίσιδος και Οσίριδος» η κλεις ήταν η ιερογλυφική παράσταση του ανοίγματος της καρδίας και της συνειδήσεως «εν τω βασιλείω του Θανάτου προς δίκην και κρίσιν». Αναφέρεται, δε, ότι στα Ιουδαϊκά μυστήρια η κιβωτός της διαθήκης, όπου εφυλάσσοντο άπαντα τα ιερά μυστικά σύμβολα, εκλείετο με κλείδα χρυσή.

Ο Εliphas Levi στο έργο του το «Κλειδί των Μεγάλων Μυστηρίων» μας πληροφορεί ότι κατά την αποκρυφιστική παράδοση το ιερό και απόκρυφο αλφάβητο, το οποίο οι Εβραίοι αποδίδουν στον Ενώχ, αποτελείται από ιδέες προσκολλημένες σε σημεία και αριθμούς και υλοποιεί τις απόκρυφες πλευρές της γνώσης. Σύμφωνα με την ίδια παράδοση ο Σολομώντας είχε αναπαραστήσει αυτό το αλφάβητο με τριάντα έξη κλείδες, γνωστές και ως κλείδες του Σολομώντα. Αυτά τα κλειδιά έχουν περιγραφεί στο βιβλίο που το παραδοσιακό του δόγμα ανάγεται στον πατριάρχη Αβραάμ και ονομάζεται Σεφέρ - Γεζιράχ, και με το οποίο εισερχόμεθα στην κεκρυμμένη έννοια του Ζοχάρ του σπουδαιότερου βιβλίου της Καββαλά.

Κατά την αλχημιστική παράδοση η κλεις κατέχει θεμελιώδη θέση στην αναζήτηση της παγκόσμιας πνευματικής αναγέννησης. Αναφέρει, χαρακτηριστικά, ο Roger Bacon στο έργο του Opus Maius ότι η φιλοσοφική λίθος αποτελεί το κλειδί για τη μεταστοιχείωση της κοσμικής ύλης ο δε Elias Ashmole θεωρούσε την Αλχημεία την μυστική κλείδα για την εσωτερική μελέτη κάθε επιστήμης. Τέλος, ο περίφημος Raymond Lullus συνέταξε στο Παρίσι τον 13ο αιώνα την περίφημα Clavicula (κλείδα), της οποίας το περιεχόμενο βρίθει αλληγοριών. Στον πρόλογο έγραφε «κλείδα το σύγγραμμα τόδε ονόμασα διότι άνευ αυτής θα ήταν αδύνατον τις να κατανοήση τα βιβλία την απόκρυφη γνώση περικλείοντα. Σκοτεινοί γαρ οι ημέτεροι λόγοι τοις αμάθεσιν αείποτε φαίνονται».

Τεκτονική θεώρηση
Ο Oliver στο έργο του «Symbolism of the masonic degrees» χαρακτηρίζει την κλείδα ως ένα εκ τον σημαντικότερων τεκτονικών συμβόλων. «Καίτοι» γράφει «έχει την εμφάνιση ενός κοινού μεταλλικού εργαλείου, προορισμένου να επιτελεί μία καθ’ όλα απλή πράξη, διά τους αληθώς μυημένους τέκτονας αποτελεί το σύμβολο το διδάσκον εαυτούς να τηρούν την γλώσσαν τους και να απέχουν από τα ταπεινωτικά πάθη της συκοφαντίας και της δυσφημήσεως». Επίσης στα παλαιά τυπικά του Μαθητού του 17ου αιώνα γίνεται εκτεταμένη μνεία της κλειδός, με τη βοήθεια της οποίας είναι δυνατόν να αποκτηθούν τα μυστικά του Τάγματος. Σύμφωνα με τα σιγήσαντα αυτά τυπικά η κλεις αποτελούσε το νήμα της εισόδου της ζωής και συνδεόταν στενά με την καρδιά, διότι η γλώσσα «ουδέν έδει να προφέρει πλην των όσων υπαγορεύει η καρδία». Επίσης στο ίδιο τυπικό αναφερόταν ότι η κλεις δεν αποτελείτο εκ μετάλλου και συνεπώς έπρεπε να αφήνετε εκτός του Ναού, αλλά από «γλώσσα καλών λόγων». Εις, δε, το τυπικό του βαθμού του Διδασκάλου του Αδωνιραμικού Τεκτονικού Τύπου βρίσκεται η εξής κατήχηση:

Ερ. Τι κρύπτετε
Απ. Όλα τα μυστικά άτινα μου ενεπιστεύθησαν
Ερ. Που τα κρύπτετε
Απ. Εις την καρδίαν
Ερ. Έχετε κλείδα όπως εισέλθετε εις αυτήν
Απ. Μάλιστα Σεβ\Διδ\
Ερ.  Που την φυλάττετε
Απ. Εις κοράλινον κιβώτιον, όπερ ανοίγει και κλείνει μόνον με ελεφαντίνους  κλέιδας
Ερ. Εκ τίνος μετάλλου αποτελείται
Απ. Δεν αποτελείται εκ μετάλλου. Είναι γλώσσα υπακούουσα εις την λογικήν και γνωρίζουσα πως να ομιλή το καλόν διά τους περί ών ομιλεί, επί παρουσία ή εν τη απουσία των.

Η κλεις διατηρείται επίσης υπό την κεντρική συμβολική μορφή του κλειδόλιθου στον μύθο της Ιεράς Βασιλικής Αψίδος, το άλλο, δε, κεντρικό σύμβολο του βαθμού, το Τριπλό Τ, ομοιάζει παραστατικώς κατά τον Ragon (Orthodoxie Maconnique) με την ένωση τριών κλειδών.

Η κλεις στον Αρχαίο και Αποδεδεγμένο Σκωτικό Τύπο
Περί το τέλος της μυήσεως στον βαθμό του Μυστικού Διδασκάλου, ο Τρις Ισχυρός Διδάσκαλος λέγει στον μυούμενο: «σας εγχειρίζω την εξ ελεφαντοστού κλείδα, κόσμημα του βαθμού τούτου, το οποίον είναι ταυτοχρόνως και το έμβλημα της εχεμυθείας ... επ’ αυτής δε είναι κεχαραγμένον το στοιχείον Ζ, υπενθυμίζον το αρχικό γράμμα της εισιτηρίου λέξεως του βαθμού».  Έτσι, η κλεις εγχειρίζεται στον μυούμενο αμέσως μετά την επίσημη δόση του νενομισμένου όρκου με τον οποίο αυτός δεσμεύθηκε να μην αποκαλύψει ποτέ τα μυστικά του βαθμού εις «οιονδήποτε μη δικαιούμενον να μάθη ταύτα».

Είναι γεγονός ότι υποσχέσεις σιγής δίδουμε και στους συμβολικού Τεκτονισμού βαθμούς, πλην όμως, εν προκειμένω, η σύσταση της οφειλόμενης σιγής είναι εντονότερη και εκφράζεται τόσο από το σύμβολο της κλειδός όσο και από το σημείο της σιγής. Αυτό υπονοεί την ύπαρξη μυστικών, τα οποία αναφέρονται σε γνώσεις μορφής εσωτερικής, και για τα οποία η επιβολή ορκοδοσίας κρίνεται επιβεβλημένη. Σε κάθε άλλη περίπτωση η απαιτούμενη σιγή θα ήταν ανεδαφική. Το ότι το είδος των φυλασσόμενων στον βαθμό αυτό είναι σπουδαίο υποδηλώνεται και από την πολύτιμη ύλη από την οποία η κλείδα είναι κατασκευασμένη. Το λευκό χρώμα της ύλης εικονίζει την αγνότητα, το δε πολύτιμο αυτής την αγνότητα η οποία είναι ανώτερης τάξεως και αποτελεί την προϋπόθεση για τον φωτισμό του μύστου από την υπέρτερη πνευματική γνώση. Επί της κλειδός χαραγμένο είναι το γράμμα Ζ, έβδομο γράμμα της ελληνικής αλφαβήτου. Ας σημειωθεί ότι κατά την αριθμοσοφία ο αριθμός 7 αποτελεί το σύμβολο του ηλιακού φωτός και της εσώτερης πνευματικότητας. Άλλωστε η εισιτήριος λέξη του βαθμού σημαίνει «λάμψις, λαμπρότης» και το είδος των εσωτερικών γνώσεων είναι λαμπρό, φωτεινό.

Επομένως, συνειρμικά μπορούμε να πούμε ότι διά της αγνότητας κτάται η υπέρτερη, η λαμπρή πνευματική γνώση. Η αλήθεια αυτή έχει τονισθεί σε όλες τις εσωτερικές παραδόσεις.  

Η κλεις, όμως, έχει διττή εσωτερική σημασία. Κατά τον Σπ. Νάγο «η κλεις εικονίζει το μέσο με το οποίο ο μυούμενος θα ανοίξη το θείο άντρο διά να εισέλθει εις την γνώσιν των αληθειών της φύσεως». Με λίγα λόγια πρόκειται για την κλείδα του κρυπτογραφικού κώδικα της επιστήμης των συμβόλων. Η κλεις αυτή, σύμφωνα με τον Νάγο, είναι μαγική, διότι μας βοηθάει να αναγνώσουμε τις εσωτερικές αλήθειες που κρύβονται πίσω από τους συμβολισμούς και μας επιτρέπει την αντικειμενική ερμηνεία αυτών. Σε παλαιό Γαλλικό τυπικό του βαθμού διαβάζουμε: «τη βοηθεία της κλειδός είναι δυνατόν να αποκτηθώσι τα μυστικά του Τάγματος». Υπό την ίδια έννοια και ο μύστης Ιησούς έλεγεν στον Πέτρο «...και δώσω σοι τας κλεις της βασιλείας των ουρανών».
 
Η εσωτερική μέθοδος ανευρέσεως της κλειδός
Όπως όλα τα αρχαία μυστήρια και αργότερα οι μυστηριακές οργανώσεις, έτσι και ο Τεκτονισμός, συμβολικός και φιλοσοφικός, διακρίνεται σε εσωτερικό και εξωτερικό. Εξωτερικός είναι εκείνος του οποίου κάθε μυημένος μπορεί να λάβει γνώση με την ανάγνωση των τεκτονικών τυπικών, των κατηχήσεων των βαθμών ή άλλων τεκτονικών συγγραμμάτων. Εσωτερικός, όμως, είναι εκείνος ο οποίος είναι γνωστός μόνο στους αληθινά μυημένους, αποκαλύπτεται, δε, σταδιακά με τις μυήσεις στους επιγενόμενους βαθμούς. Κατά τον Ανδριανόπουλο «κάθε τέκτων οφείλει μόνος του και υπό την ώθηση της ιδίας αυτοίς σκέψης και ψυχικής εμπνεύσεως να σχίσει τον πέπλο των αλληγορικών παραστάσεων τον περικαλύπτοντα την πίσω από τα σύμβολα και της αλληγορίες κρυπτομένη αλήθεια».                    

Κατά δε τον Whaite «το κλειδί της ουσιαστικής ζωής του Τάγματος δύναται να εξεύρη ο τέκτων μόνον εισχωρώντας πλήρως σ’ αυτήν». Τότε θα ανακαλύψει την εσωτερική έννοια του Τεκτονικού συμβολισμού και της Τεκτονικής φιλοσοφίας. Θα ανακαλύψει αυτό που κείται κάτω από την επιφάνεια των διαφόρων βαθμών και είναι αυτό που μόνο ανακαλύπτουν μόνο οι κατορθώσαντες να εμβαθύνουν στο πνεύμα του. Ο λόγος είναι ότι ο Τεκτονισμός αυτός είναι προσωπικός για τον καθένα, αν και στη ρίζα του είναι κοινός για όλους, μιας και αποτελεί την μεταφορική μέθοδο της προόδου της ψυχής προς το θεό Η κλείδα της μυστικής του διδασκαλίας δεν βρίσκεται πουθενά τυπωμένη, ούτε αναφέρεται στις εργασίες της Στ\, αλλά έγκειται στην αυτοσυγκέντρωση και στην κατάβαση στον ίδιον «εγώ».

Επιμύθιο
Κατά μια προτροπή του Corpus Hermeticum «αν δεν κάνεις τον εαυτό σου ίσο με το Θεό, δεν μπορείς να καταλάβεις το Θεό γιατί το όμοιο δεν είναι κατανοητό παρά μόνο στο όμοιο». Έτσι, και ο Τέκτονας καλείται να ανεύρει την κλείδα της κατανόησης των πάντων, όλων των τεχνών και των επιστημών της φύσης. Για να γίνει αντικαταστάτης αντάξιος του Μεγάλου Αρχιτέκτονα του Ναού Χ\Α\, καλείται να ανυψωθεί ψηλότερα από τα μεγαλύτερα ύψη, να χαμηλώσει βαθύτερα από τα μεγαλύτερα βάθη. Καλείται να θέσει εαυτόν στην αναζήτηση της ενσυνείδητης ενεργητικότητας, της θέλησης και της αφοσίωσης στο καθήκον. Καλείται να γίνει θεράπων της εσωτερικής σιγής και της εχεμυθείας. Καλείται, να ξαναγίνει μαθητής, μαθητής όμως φιλόσοφος. Διότι σύμφωνα με την κατήχηση στο βαθμό του αγνώστου και εξόχου μαθητού του Τάγματος του Ακτινοβόλου Αστέρα, ως απάντηση στην ερώτηση «τις η ηλικία ενός φιλοσόφου» απαντάται το εξής «ο Τέκτων από την στιγμή που ανευρίσκει την κλείδα των αναζητήσεων, μέχρι και την στιγμή των ανακαλύψεων δεν γηράσκη».

Τεκτονισμός και πνευματική ιεραρχία

Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2011
Ας ξεκινήσουμε εννοιολογικά από αυτό που ονομάζουμε μαγεία. Θα μας χρειαστεί για να αποσαφηνίσουμε τις έννοιες που θα ακολουθήσουν. Οφείλουμε εξ αρχής να διακρίνουμε τις έννοιες  του όρου. Kατ’ αρχάς, μάγος σημαίνει σοφός και τέτοιοι ήταν μεταξύ άλλων οι τρισμέγιστοι στην Αίγυπτο, οι καββαλιστές των Εβραίων, οι μάγοι της Περσίας, οι σοφοί και οι σοφιστές της Αρχαίας Ελλάδας και της Ρώμης. Κατά δεύτερον, ο όρος αναφέρεται σε όποιον θαυματουργεί μετερχόμενος δυνάμεις της Φύσεως, όπως συμβαίνει στην ιατρική και στη φυσική. Με το εννοιολογικό αυτό εφόδιο το οποίο θα χρησιμοποιήσουμε κατωτέρω μπορούμε να συνεχίσουμε με γνώμονα την ανθρώπινη διάσταση και την εξ αυτής σημειούμενη πρόοδο.

Είναι φανερό πως ο άνθρωπος έχει κάνει τεράστια βήματα προόδου από τις πρωτόγονες καταβολές του. Κάθε πολιτισμός βλέπει την ανθρωπότητα να κάνει ένα ακόμα βήμα προς την πραγμάτωση των δυνατοτήτων της. Πολλοί πιστεύουν ότι, από πολλές χιλιετηρίδες, αυτή η εξελικτική πορεία κατευθύνεται, με βάση ένα σχέδιο, από εκείνους τους περισσότερο εξελιγμένους ανθρώπους που είναι γνωστοί στους εσωτερικούς κύκλους ως η Πνευματική Ιεραρχία. Η ιστορία της ανθρωπότητας μπορεί να ιδωθεί ως η ανταπόκρισή της στις ιδέες που αποδεσμεύονται διαδοχικά στον κόσμο από τους Διδασκάλους για να προκαλέσουν τις προόδους σε γνώση και σοφία, και που έκφρασή τους είναι οι δημιουργικές τέχνες, η επιστήμη, η πολιτική και η θρησκεία. Σε κάθε εποχή, από το πνευματικό αυτό κέντρο αναδύθηκαν διδάσκαλοι για να δώσουν στην ανθρωπότητα τη δυνατότητα να κάνει το επόμενο βήμα της εξέλιξής της·  Όλοι τους τέλειοι άνθρωποι στην εποχή τους, όλοι τους υιοί του ανθρώπου που έγιναν Υιοί του Θεού, γιατί αποκάλυψαν την έμφυτη θεία φύση τους. Είναι οι θεματοφύλακες ενός Σχεδίου για την εξέλιξη της ανθρωπότητας και των βασιλείων της φύσης. Αυτό το Σχέδιο εκπληρώνεται με τη μεσολάβηση της εσωτερικής Ιεραρχίας. Οι Διδάσκαλοι της Σοφίας είναι τα μέλη εκείνα της ανθρώπινης οικογένειας που έκαναν το ταξίδι της εξέλιξης πριν από μας· που έχοντας τελειοποιηθεί, ανεβαίνοντας τα ίδια σκαλοπάτια που κι εμείς ανεβαίνουμε, επωμίστηκαν την ευθύνη να καθοδηγήσουν εμάς τους άλλους προς το ίδιο αυτό επίτευγμα. Αυτοί- ή οι προκάτοχοί Τους -βρίσκονται πίσω απ' ολόκληρη την εξελικτική πορεία, οδηγώντας και βοηθώντας τους ανθρώπους, μέσα από μια βαθμιαία διεύρυνση της συνείδησης, να αποκαλύψουν σταδιακά την έμφυτη θεία φύση τους και να γίνουν, όπως και οι Διδάσκαλοι, θεϊκά, τελειοποιημένα ή φωτισμένα Όντα.

Η εσωτερική διεργασία που είναι γνωστή ως Μύηση είναι η ατραπός προς αυτή την τελειοποίηση, προς το σημείο όπου ο άνθρωπος ενώνεται και γίνεται ένα με την Πηγή του. Αυτό το μονοπάτι σημαδεύεται από βαθμίδες ή σημεία κρίσης και έντασης. Κάθε μύηση προκαλεί μια τεράστια διεύρυνση της συνειδητότητας, η οποία φέρνει μια όλο και βαθύτερη και πληρέστερη όραση και γνώση της αληθινής φύσης της πραγματικότητας. Αυτό τον ρόλο στον μικρόκοσμό του εκπληρώνει και ο Τεκτονισμός. Ένας τέκτων, δηλαδή μία νέα ψυχή στο μυητικό γίγνεσθαι, απολαμβάνει μία νέα εμπειρίας ενσάρκωσης στη Γη. Η απόφασή του τέκτονα να μυηθεί και να παραμείνει στη Στοά οφείλεται στην επιθυμία του να υπηρετήσει το Παγκόσμιο Σχέδιο και την Παγκόσμια Ψύχη και όχι σε μία προσωπική βιωματική.

Υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστέψουμε ότι πολλές -αν όχι όλες- οι μεγάλες μορφές της ανθρώπινης ιστορίας ήταν συνειδητοί μύστες κάποιου βαθμού: τέτοια παραδείγματα είναι ο Πυθαγόρας, ο Σωκράτης και ο Πλάτωνας· ο Σαίξπηρ, ο Δάντης και ο Βάκων· ο Λεονάρντο ντα Βίντσι, ο Παράκελσος και ο Μότσαρτ. Όλοι τους έκαναν φανερή, στη ζωή ή στα γραπτά τους, μια γνώση άλλων, ανώτερων επιπέδων συνειδητότητας, μια επίγνωση του κόσμου του νοήματος και μια αίσθηση εσωτερικής σύνθεσης. Άλλωστε, η μυστηριώδης μορφή του Κόμητος του Σεν Ζερμαίν, που αναγνωρίστηκε φανερά ως δάσκαλος και μύστης σε όλες τις αυλές της Ευρώπης του 18ου αιώνα, είναι ένας από τους λίγους Δασκάλους της Σοφίας που έζησαν εξωτερικά στον καθημερινό κόσμο.

Στην εσωτερική παράδοση, ο Τεκτονισμός παραμένει σε θέση περίοπτη και συμβάλει διά της μυητικής του οδού στην προσέγγιση της Παγκόσμιας Ιεραρχίας. Επί χιλιάδες χρόνια περίμενε και σχεδίαζε τούτο το άμεσα κοντινό μας μέλλον, εκπαιδεύοντας τους Μαθητές του και προετοιμάζοντας τον ίδιο για το μεγαλεπήβολο έργο που τον περιμένει. Τώρα που ανατέλλει μια νέα Εποχή, η Ιεραρχία  είναι περισσότερο παρά ποτέ εμφανής διά του Τεκτονισμού και άλλων εσωτερικών σχολών που δεν έχουν απολέσει τις μυητικές τους κλείδες. Οι Τέκτονες καλούνται να εγκαινιάσουν τη νέα εποχή, μια εποχή Σύνθεσης και Αδελφοσύνης. Οι Διδάσκαλοι μας εκεί στους αόρατους κόσμους στέκονται τώρα, περιμένοντας από μας όσους φοιτούμε στα Τεκτονικά μυστήρια να κάνουμε, με τη δική μας ελεύθερη βούληση, τα απαιτούμενα πρώτα βήματα προς την κατεύθυνση της ενότητας, της συνεργασίας και της υπέρβασης. Θα αναδυθούν τότε, και η παρουσία τους στον κόσμο θα είναι γεγονός αναμφισβήτητο.

Ας δούμε το «θαύμα» της μύησης:

Η τεκτονική μύηση διαιρείται σε τρεις (ή περισσότερες) κύριες ομάδες ή τμήματα που αντιστοιχούν στις τρεις μεγάλες γραμμές δύναμης, τις τρεις μείζονες απόψεις της Παγκόσμιας Ιεραρχίας που μας είναι γνωστές—την άποψη της Θέλησης - Ισχύος, την άποψη της Αγάπης-Σοφίας και την άποψη της Νοημοσύνης. Κάθε τμήμα ενσωματώνει, διοχετεύει και επηρεάζεται από τη μια ή την άλλη από τις τρεις αυτές απόψεις. Σκοπός είναι η ανάδειξη του μυούμενου (ή ορθότερα της ψυχικής του ύπαρξης) ως κομμάτι της Παγκόσμιας Ψυχής, η ανάδειξή του ως Τελειοποιημένου Ανθρώπου. Θυμίζουμε τη ρήση του Marsilio Ficino: Η παγκόσμια Ψυχή απλώνεται –όπως η φωνή- σε όλα τα μέρη του Σύμπαντος και τα περιβάλλει. Η παγκόσμια Ψυχή συνδέει το σώμα με το πνεύμα. Ο Τεκτονισμός συνδέει την κοσμική ψυχή με την παγκόσμια και αυτήν με την παγκόσμια ιεραρχία, δηλαδή την έννοια του απείρου. Η μυητική πορεία της ψυχής του τέκτονα ξεδιπλώνεται στο άπειρο και αναζητά τη γνώση, τη μαγική γνώση, με τρόπο μαγικό δηλαδή ενορατικό, άμεσο και εσωτερικό. Δεν αρκείται στην εξωτερική θέαση των πραγμάτων και γι’ αυτό δεν μιλάμε μόνο για επιστημονική παρατήρηση, αλλά για μαγική αντίληψη που χρησιμοποιεί το σύμβολο και τη φαντασία ως γέφυρες που συνδέουν τον άνθρωπο με τον κόσμο και το θείο. Αυτή είναι η «υψηλή μαγεία» του Τεκτονισμού· χρησιμοποιεί τη μύηση και τη φαντασία όχι μόνο για να ερμηνεύσει τον κόσμο, αλλά και για να επηρεάσει τη συμπεριφορά των ανθρώπων προς όφελος του ανθρώπινου γένους.
 
Η Παγκόσμια Ιεραρχία σήμερα τον 21ο αιώνα έχει αλλάξει μορφή. Αυτό το έχει κάνει πολλές φορές στη διάρκεια των αιώνων, καθώς μέλη της ανθρώπινης φυλής γίνονται μύστες και μετά Διδάσκαλοι, έτσι ώστε οι Δάσκαλοι των ανώτερων βαθμίδων να μπορούν να προχωρήσουν σε ανώτερο έργο. Πολλοί αφήνουν τον υλικό πλανήτη και προχωρούν σε υψηλότερες σφαίρες ή σε ανώτερους κόσμους, πνευματικές σφαίρες ή συστήματα. Όμως, η Ιεραρχία -όπως έγραφε ο Γράβιγγερ- συνεχίζει να εξωτερικεύεται όταν και όπου κρίνει μέσω των μυητικών συστημάτων και να γίνεται γνωστή φυσικό επίπεδο.

Ο Τεκτονισμός θεωρούμε ότι οφείλει να αποδεχθεί τη θέση του ως μυητικό σύστημα ως μυστική πρωτογενή ύλη (prima materia) και όχι ως εταιρία πολλαπλών σκοπών. Οφείλει να κάνει πραγματικότητα τη συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι οφείλει να επιστρέψει έναν κόσμο υπερβατικό γεμάτο φαντασία (imagination < magic = μαγεία). Έχει φτάσει στο τέλος ενός κύκλου της δικής του εξέλιξης, τελείως ξέχωρα από την ανθρώπινη εξέλιξη, ενός κύκλου που τον αφορά ως Οργάνωση (Τάγμα) -στην πραγματικότητα, ως κομμάτι της Ιεραρχίας. Οφείλει να διευρύνει τη συνείδησή του έτσι ώστε να περιλαμβάνει όλα τα επίπεδα μέχρι και το πνευματικό. Κάθε κίνηση, κάθε απόφασή οφείλει να γίνεται υπό το φως αυτής της γνώσης, ότι δηλαδή αργά ή γρήγορα η μυητική φαντασία θα βγει στον καθημερινό κόσμο. Τότε πολλοί από τους Διδασκάλους θα αναδειχθούν ως Σοφοί και τότε οι μυητικές κλείδες θα αρχίσουν να λειτουργούν «μαγικά» στο φυσικό επίπεδο, ενεργοποιώντας τα «άγνωστα» εσωτερικά επίπεδα. 


Αρχιτεκτονικό τεμάχιο το οποίο εκφωνήθηκε την 21η Σεπτεμβρίου 6011 α.φ. στη Σεπτή Στοά Λόγος επί τη ενάρξει του νέου τεκτονικού έτους

Το «αίνιγμα» του εσωτερισμού στην ποίηση

Παρασκευή, 2 Σεπτεμβρίου 2011
Βιβλιοπαρουσίαση: 
«Σαντορίνη» του Σωτήρη Αλ. Καζάκη
(εκδόσεις Τετρακτύς) [1]
 

Διάβασα τη «Σαντορίνη» πριν ακόμα πάρει το δρόμο για το τυπογραφείο. Οι στίχοι μου φάνηκαν από την πρώτη στιγμή ανεξάντλητοι. Δεν εξέτασα το ποίημα ποτέ ως κριτικός. Δεν θα μπορούσα άλλωστε. Αυτό που με ενδιέφερε ήταν να ερευνήσω την εμπειρία του δημιουργού, κυρίως όμως να διαγνώσω πώς έφτασε σε αυτούς τους στίχους, πώς τους κατέκτησε. Ήξερα από την αρχή ότι προσπαθούσα να προσεγγίσω κάτι σαν δίχτυ, που είχε αιχμαλωτίσει εικόνες, ιδέες και λέξεις, οι οποίες από μόνες τους ξεκίνησαν ως μαγικές και επαναμαγεύθηκαν από την ποίηση, την οποία ένιωσα εξ αρχής ως αληθινή.

Η «Σαντορίνη» για μένα ήταν αυτό που αποκάλεσε ο Coleridge «εκούσια και εσωτερική αναστολή της δυσπιστίας». Της δυσπιστίας για κάτι που δεν γνωρίζω, αλλά νιώθω εσωτερικά, γιατί θεωρώ ότι το ίδιο είναι εσωτερικό.

Επομένως, θα ήθελα κατ’ αρχήν να σας προετοιμάσω για το τι πρέπει να περιμένετε –ή μάλλον- για το τι δεν πρέπει να περιμένετε από μένα. Αν υπήρχε τίτλος θα έπρεπε να είναι κάπως έτσι «Εσωτερισμός και Ποίηση» ή ορθότερα «Το αίνιγμα του εσωτερισμού στην ποίηση με γνώμονα την ποιητική σύνθεση ‘Σαντορίνη’». Δώστε έμφαση στη λέξη αίνιγμα. Αυτό προκειμένου να σκεφτείτε πώς το αίνιγμα είναι σημαντικό για τον μη ειδικό. Γιατί; Διότι, ό,τι και να σας πω θα σας αφήσω με αινίγματα που δεν μπορώ να λύσω. Δεν έχω αποκαλύψεις να προσφέρω. Αυτό που –κατά τη γνώμη μου- έχει σημασία στην ποίηση είναι η απόλαυση. Παρά ταύτα, θα προσπαθήσω «τ’ Ωραίο και το Τρομερό να κοινωνήσω».

1. Η σχέση μεταξύ λογοτεχνίας και εσωτερισμού είναι παγκόσμια. Ο σύνδεσμος που υπάρχει ανάμεσα στην έλξη που νιώθει ο άνθρωπος για το μυστηριώδες/το εσωτερικό και την ανάγκη να χειριστεί δημιουργικά τη γλώσσα, προφανώς σφυρηλατήθηκε από τη στιγμή που σχηματίστηκε η πρώτη ανθρώπινη λέξη. Άλλωστε, πρώτοι οι συγγραφείς των ιερών κειμένων είχαν πιστέψει ότι η γνώση αποκαλύπτεται διά της τέχνης. Η Βίβλος, επί παραδείγματι, είναι γεμάτη από περίπλοκες διασυνδέσεις μεταξύ λόγου και εσωτερισμού. Λόγος και εσωτερισμός. Ας είναι οι δύο αυτές λέξεις οι απαρχή των σκέψεών μας.

«Λόγος να πνεύσει ο ισχυρός ο εν αρχή, ο νυν και αεί». Λόγος. Πρόκειται για λέξη, για σύμβολο, για σημείο. Σημαίνει περισσότερα από όσα φαίνεται να συμβολίζει –μπορεί να είναι μυστικός, απατηλός, συνωμοτικός. Έτσι, είναι ο λόγος στα έργα του Goethe, του Lessing, του Burns, του Pushkin, του Kipling. Η ευρεία εσωτερική τους παιδεία, σαφώς και δεν είναι τυχαία. Ως ποιητές σαγηνεύονται από την εσωτερική ατραπό που κρύβεται από τη λογική της φανερά δομημένης ζωής. Άλλωστε, σε κάθε μορφής πολιτισμό τα όποια κοινωνικά, πολιτικά και θρησκευτικά εμπόδια ήταν αυτά που οδήγησαν τα δημιουργικά πνεύματα να αναζητήσουν μία μορφής διέξοδο χρησιμοποιώντας πλάγια λογοτεχνικά μέσα. Στην ιστορία της διανόησης τα θέλγητρα της ποιητικής – λογοτεχνική παραγωγής δεν μπορούν να ξεμπλεχθούν από τον δεσμό της εσωτερικής παράδοσης –δηλαδή την πνευματική ενασχόληση κάθε σκεπτόμενου ανθρώπου με το μύθο, τον θρύλο, το άρρητο και το μυστικό. Η σχέση είναι αμφίδρομη. Από τον Μεσαίωνα μεγάλοι φιλόσοφοι της εσωτερικής παράδοσης υπήρξαν γόνιμοι συγγραφείς και ποιητές. 

Η τάση αυτή διογκώνεται με το κίνημα του Ρομαντισμού. Η ρομαντική ιδέα –επανάσταση, ελευθερία, δικαιοσύνη, αδελφότητα- επέτεινε τη χρήση της εσωτερικής γλώσσας στη λογοτεχνία και την ποίηση. Έννοιες όπως το ιερό και το βέβηλο, η Φύση, η ψυχή, το Σύμπαν και οι απορρέοντες μυστικοί νόμοι συνδυάστηκαν με έννοιες της εσωτερικής συμβολικής, του θρησκευτικού μυστικισμού, αυτό που με τα λόγια του V.A. Zhukovsky (1783-1852) ονομάζουμε «ποίηση της φαντασίας, της ψυχής και της καρδιάς». Η επιλογή λέξεων που παραπέμπουν σε αλληγορίες και συμβολισμούς, η εικονοπλασία που βασίζεται στη δύναμη των Μύθων, και οι τολμηρές αναφορές σε σκέψεις μύχιες και εσωτερικές έφεραν τη δύναμη της εσωτερικής παράδοσης στην λογοτεχνική και ποιητική γραφή. Πολύ οικεία είναι όλα αυτά στη «Σαντορίνη». Η ποιητική σύνθεση προϋποθέτει ψυχή και καρδιά όταν αναφέρεται στο «δράμα του Δημιουργού»: «η που γεννάει Ομορφιά, δίψα Του είναι και ερημιά, είναι ο Κόσμος που ζητά να λάβει αντί θανάτου». Αναφέρεται στο συμπαντικό Νόμο μέσα από το «άγιο πάθος», τη «μυστηριώδη νύχτα», «τη Σελήνη» και τον «σπινθήρα της ζωής». Εσωτερική επανάμνηση της ψυχής που «εγείρεται και γρηγορεί».

2. Εμείς; Αναπόδραστα, κατανοούμε και συγκρίνουμε. Και επειδή τα υπό σύγκριση μεγέθη δεν είναι του ιδίου είδους, η απόφανση δεν είναι πάντα λογικής κατηγορίας και δεν ανήκει στην οριστική έγκλιση της Επιστήμης. Εκεί βρίσκεται η Ποίηση, ως υπέρβαση των διλημμάτων της Λογικής, η οποία μετουσιώνεται ως πολυδιάστατη –ας μου επιτραπεί- ηδονική μεταβλητή, δηλαδή αισθητική ικανοποίηση και προσωπική απόλαυση. Ο σύγχρονος στοχασμός οφείλει να εμπεριέχει την Ποίηση, προκειμένου να υποστηρίζει την Ολβιότητα. Διότι έτσι είναι καμωμένος ο Άνθρωπος! Χρειάζεται και την Παράδοση και την Παιδεία να του προσφέρουν τη σχετική εσωτερική εμπειρία που ζητά η ψυχή του.

Χρειάζεται, όμως και την εσωτερική οδό, η οποία ασκεί σημαντική επίδραση σε όλες τις μορφές σκέψης και τις εκδηλώσεις της: καλλιτεχνικές, λογοτεχνικές, φιλοσοφικές. Στο γενικό επίπεδο της Τέχνης και του Λόγου, γίνεται αντιληπτό πως η εσωτερική οδός -εσώτατη και συγκινησιακή επικοινωνία με το τέλειο- μπορεί και πρέπει να είναι ο τρόπος πραγμάτωσης του ωραίου. Εφ’ όσον ο εσωτερισμός προτίθεται να προσκομίσει την γνώση μέσω μιας έλλαμψης του Πνεύματος, η σκέψη του κινείται μέσα στον κόσμο των συμβόλων και των αναλογιών. Στη συνέχεια, τείνει -πολύ φυσικά- να καταφύγει στην τέχνη, ως μέσο έκφρασης. «Γίνεται έτσι βράχου άνθος, νύχτα μυστηριώδης, σάρκας ποίημα, σπινθήρας ζωής, θέρμη πόθου και πάθος».

Σήμερα; Η επιστήμη, αυτή που σήμερα τείνει να περικλείσει τον κόσμο μέσα σε έναν μαθηματικό τύπο, φανέρωσε την ανάγκη επαναφοράς σε ισχύ αυτής της θεμελιώδους αρχής του ερμητισμού και του εσωτερισμού: της Ενότητας. -Να τη πάλι η Ποίηση- Το πάν βρίσκεται μέσα στο παν. Λέγει ο ποιητής: «σπουδάζω το Κακό και το Καλό και βρίσκω ακατέργαστο Θεό». Και ταυτόχρονα μας φανερώνει πως η ζωή αποτελεί μια κατάσταση προοδευτικής πολυπλοκότητας, αλλά και αύξοντα ψυχισμού στη «μετέωρη ύπαρξή μας». Εδώ ταιριάζει η Ποίηση και η εξ αυτής Δημιουργία. Και πράγματι, η δημιουργία έχει μέσα της κάτι το συνειδητό, αλλά και κάτι το ασυνείδητο. Ένα ποίημα δεν γράφεται «εκ προμελέτης». Όπως το ίδιο το σύμπαν, μηχανισμός δυναμικός και σε συνεχή εξέλιξη, η Ποίηση δεν εκφράζει τίποτε περισσότερο ή λιγότερο από την απελευθέρωση της Δημιουργίας της συνείδησης και την πορεία του πνεύματος. Και όπως το σύμπαν, μέσω της δικής του εσωτερικής πορείας, έτσι και η Ποιητική Αρχή αποκαλύπτεται με τον πιο τέλειο τρόπο στον Άνθρωπο, ύψιστο σημείο και κορωνίδα της εξέλιξης. Εδώ έγκειται και η προσπάθεια του ποιητή, η αποδοχή της τέχνης του οποίου προϋποθέτει έναν αναγνώστη που σκέφτηκε τα όσα επιτάσσει η εσωτερική οδός, που εβίωσε εντατικά τη συμβολική και αλληγορική ζωή και «υπέφερε» πολύ προκειμένου να την κατανοήσει βαθιά. Του ποιητή που φαίνεται ότι με πάθος αγγίζει τον επιζητούμενο αλληγορικό οκουμενισμό και ανθρωπισμό. Η ποίησή του μπορεί, λοιπόν, να θεωρηθεί σαν ένα «πέταγμα» προς υπερβατικούς σκοπούς, είναι ένας ποιητικός νόμος του σύμπαντος κατά το γίγνεσθαι του, η ποίηση προς μίαν ανώτερη τάξη και αρμονία. Προς έναν «Κόσμο κραταιό». Προς μία «πορεία αφανή» που μας οδηγεί «κατά την Πηγή, την Μήτρα του Παντός, τη Σωτηρία» .

Στη «Σαντορίνη» αυτός ο Συμπαντικός Νόμος και ό,τι μέσα του κρύβει, είναι το εφαλτήριο του Ποιητή που οιστρηλατεί η εσωτερική οδός. Αυτή είναι και η μοναδικότητα της αυθεντίας της Ποίησής του. Όπως, κάθε αυθεντικός δημιουργός εκπροσωπεί την ψυχική και πνευματική κατάσταση της ουσίας της ύπαρξης και αναδεικνύει την ένταση, τη διαίσθηση, την παρατήρηση και τη φαντασία που έχει μέσα του. Και ό,τι είδε, έγινε «Γραφή ‘γέγονεν’ και ‘θα γίνει’».

3. Αναρωτιέμαι! Είναι η «Σαντορίνη» εσωτερική; Αναρωτιέμαι! Η εσωτερική άποψη μπορεί να γίνει κατανοητή μόνον από μια διάνοια που είναι εξοικειωμένη με την εσωτερική συσχέτιση των αιτίων και προηγείται κάθε εμπειρίας ή όχι; Πιστεύω προς όχι. Ο εσωτερισμός είναι το ιδιάζον μέσο προσπέλασης της γνώσης των παγκόσμιων αρχών της Φύσης. Εδώ αρχίζει μια περιοχή όπου δεν υπάρχουν πια αντιθέσεις, ούτε συγκρούσεις, ούτε συμπληρώματα, διότι η διάνοια γίνεται μέσον έκφρασης που δεν αρνείται κανενός είδους πραγματικότητα, αλλά υποτάσσει τα πάντα με την εσωτερική της δύναμη. Έτσι, δημιουργώντας ένα γεφύρι ανάμεσα στο σώμα και την ψυχή, η εσωτερική άποψη, ο (εσωτερικός) συμβολισμός επιτρέπει να καταστεί αισθητή κάθε νοητή έννοια. Υπό αυτή την έννοια η ποιητική σύνθεση του Σωτήρη Καζάκη είναι –για μένα τουλάχιστον- εσωτερική, αλλά και προσιτή στον καθένα.

Μοιραία θα ρωτήσετε: έχει ο εσωτερισμός ιδιαίτερο λεξιλόγιο; Προφανώς όχι, γιατί αν είχε δεν θα ήταν εσωτερισμός. Αποδίδει, όμως, μιαν ιδιαίτερη σημασία στα σύμβολα. Η επιστήμη των συμβόλων στηρίζεται στην αρμονία η οποία είναι απαραίτητη για τη διατήρηση ενός Κόσμου, όπου κάθε τμήμα ανταποκρίνεται στο σύνολο και το εκφράζει. Έτσι, το μέρος συμβολίζει την ολότητα, το κατώτερο μαρτυρεί για το ανώτερο και το γνωστό αντικαθιστά το άγνωστο. Ο εσωτερικός συμβολισμός δεν είναι αυθαίρετος. Αναπηδά από τη φύση, η οποία μπορεί να εκληφθεί ως σύμβολο μιας ανώτερης πραγματικότητας. Ο Κόσμος, έτσι, φαίνεται ως η γλώσσα με την οποία το Άπειρο Πνεύμα μιλά στα πεπερασμένα πνεύματα.

4. Υπάρχει και κάτι ακόμα στο οποίο θέλω να αναφερθώ, έστω και ακροθιγώς σχετικά με τον συμβολισμό. Ο συμβολισμός είναι το κλειδί που ανοίγει τα μυστικά, ο μίτος της Αριάδνης. Μέσω των συμβόλων σκεφτόμαστε, ονειρευόμαστε, υπάρχουμε, αισθανόμαστε την αναλογία των φυσικών και ψυχικών νόμων. Αντιλαμβανόμαστε ότι κάθε εκδήλωση είναι ένα σύμβολο του δημιουργού και της αιτίας της. Έτσι, ο συμβολισμός δεν είναι μόνον η ποιητική φαντασία ή μια ιδιότητα που προστίθεται στα πράγματα. Αποτελεί ένα σώμα με την ίδια την πραγματικότητα, την οποία προσπαθεί να εκφράσει αναζητώντας τα πιο ουσιαστικά και κρυφά στοιχεία της. Ο συμβολισμός δεν είναι παρά μια ιδιαίτερη περίπτωση της επιστήμης του ρυθμού, μια δημιουργική – ποιητική ενέργεια από την οποία προέρχονται οι άλλες εκδηλώσεις που βλέπουμε, που ακούμε και βιώνουμε.

«Άνεμοι ακοίμητοι την Σιωπή σας λύστε, φυσήξτε ρήματα αστρικά, που σας ψιθύρισαν τα Όρη και ακονίστε Κεραυνούς και θύελλες χτενίστε…..»

Πολλές φορές διάβαζα βιβλία και είχα το άβολο συναίσθημα ότι διάβαζα τα έργα αστρονόμων που δεν κοίταξαν ποτέ τους τα άστρα. Η ποίηση είναι ζωή και είμαι σίγουρος ότι η ζωή είναι φτιαγμένη από ποίηση. Αυτή η διπλή διάσταση από μόνη της είναι εσωτερική. Άλλωστε, οι λέξεις μπορούν να γίνουν είτε πρωτογενές υλικό για τον ποιητή (στείρες και άκαμπτες) είτε να γίνουν σύμβολα που αποδίδουν εικόνες εσωτερικές και πολυσήμαντες.

«Να σηκωθούνε τα Νερά και ο Ήλιος χωρίς λέπια και όλα τα Πλάσματα της Γης που σβήσαμε να βγούνε, να λάμψει ο κόσμος σα Φωτιά κι αν έχει έλεος για μας στην που μαυρίζουμε Αγκαλιά να κυοφορηθούμε.»

Κλείνω, χρησιμοποιώντας τα λόγια του R.L. Stevenson: «η ποίηση προσπαθεί να πάρει ένα σύνολο κοινών νομισμάτων και να το μετατρέψει σε μαγικά». Ας επιχειρήσουμε να υποψιασθούμε αυτή τη μαγεία των λέξεων, ας εκδηλώσουμε ότι ανεκδήλωτο προστάζει η συνείδησή μας. Ίσως, τότε, το πιστεύω του ποιητή να καλύψει τις εσωτερικές μας ανάγκες. Ίσως, τότε η ψυχή μας ως αναγνώστες να απολαύσει περισσότερο το έργο που απλόχερα του προσφέρει ο Δημιουργός.


[1] Το κείμενο αποτελεί το κύριο μέρος της εισήγησης του γράφοντος στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογής «Σαντορίνη» στο Ξενοδοχείο «Τitania» τον Οκτώβριο του 2008

ΑΝ

Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2011
Rudyard Kipling (1910)


Αν να κρατάς καλά μπορείς το λογικό σου, όταν όλοι γύρω σου χαμένα τα ‘χουν
και σένα κατηγορούν γι’ αυτή τη ταραχή τους.
Αν μπορείς να εμπιστεύεσαι τον ίδιο σου τον εαυτό,
όταν όλος ο κόσμος γύρω σου αμφιβάλλει, όμως εσύ ξέρεις να συγχωρείς αυτή τη δυσπιστία.
Αν μπορείς να περιμένεις δίχως να χάνεις την υπομονή σου.
Και αν όλοι σε συκοφαντούν, το ψέμα εσύ ποτέ να μην καταδεχτείς.
Και αν σε μισούν, ποτέ στο μίσος μην ξεπέσεις,
Και να μην επιδεικνύεις ποτέ πόσο καλός και πόσο σοφός είσαι.


Αν να ονειρεύεσαι μπορείς - χωρίς να είσαι δούλος των ονείρων.
Αν να στοχάζεσαι - χωρίς να γίνει ο στοχασμός σκοπός σου.
Αν να αντικρίζεις είσ’ ικανός το θρίαμβο και τη συμφορά, κι όμοια μπορείς ν’ αντιμετωπίζεις αυτούς τους δυο τυραννικούς απατεώνες.
Αν αντέχεις ν’ ακούς όποια αλήθεια εσύ έχεις πει, απ’ τους κακούς παραλλαγμένη ώστε να μοιάζει για τους άμυαλους παγίδα,
ή ως συντρίμμια να θωρείς όλα αυτά για τα οποία τη ζωή σου έχεις δώσει,
και πάλι απ’ την αρχή να ξεκινάς να χτίζεις με φθαρμένα εργαλεία.


Αν μπορείς όλα όσα απέκτησες σε ένα σωρό να τα μαζέψεις,
και δίχως φόβο μονομιάς, κορώνα – γράμματα, όλα αυτά να παίξεις,
και να τα χάσεις και απ’ την αρχή να ξεκινήσεις πάλι,
και ποτέ μιλιά απ’ το στόμα σου να βγει, για την απώλεια αυτή.
Αν νεύρα και καρδιά μπορείς και σπλάχνα και μυαλό όλα να τα ελέγχεις,
για να δουλέψουν απ’ αρχής κι αν τα ‘χεις από πολύ καιρό παραμελημένα
Και να κρατιέσαι πάντα ορθός όταν δεν σου έχει απομείνει παρά μόνο η Θέληση,
φωνάζοντας σε όλα αυτά  «Αντέξτε».


Αν με τα πλήθη να μιλάς μπορείς και την αγνότητά σου να κρατάς.
Με βασιλιάδες να διαβαίνεις, δίχως απ’ τους μικρούς να ξεμακραίνεις.
Αν μήτε εχθροί, μήτε φίλοι αγαπημένοι μπορούνε πια να σε πληγώσουν.
Αν όλον τον κόσμο αγαπάς, μα και ποτέ πάρα πολύ κανέναν.
Αν τις στιγμές του θυμού σου μακριά μπορείς να τις αφήσεις να διαβούν,
την πρώτη ξαναβρίσκοντας γαλήνη.
Δική σου θα’ ναι τότε η Γη και όλα όσα επάνω της κι αν έχει.
Και –κάτι ακόμα πιο πολύ-
Άνδρας αληθινός θα είσαι πια παιδί μου.

                                                                                      
                                                                                                            Απόδοση Λ.Κ.Λ.

The Impact of Freemasonry on Elizabethan Literature

Δευτέρα, 8 Αυγούστου 2011
Ron Heisler

The enthusiasm among Renaissance men for classical and Hebrew texts brought in its train a revival, and encouraged a sophisticated and creative apprehension, of numerous mystical, alchemical, hermeticist and occultist tendencies. But it was a revival that inevitably encountered resistance from powerful vested interests, especially in theological circles. Compelled to adopt strategies for survival, seekers after "higher truths" sought immunity from reprisal and persecution in the sub-culture of the occult "underground". Thus the secret society began to proliferate.

Early in the 16th century Henry Cornelius Agrippa visited England and his friends among the Oxford Humanists - John Colet and Thomas More in particular. Some academics have deduced from his own words that he formed a society in England at this time (circa 1510).1 I am led to believe that there still exist "Books of Shadows" (membership books) of witches' covens, for which the earliest entries date back to the 16th century.2
 
I am grateful to Roger Nyle Parisious - to whose boundless knowledge of the more labyrinthine byways of Shakespeariana I am greatly indebted - for drawing my attention to the Memoirs of Président de Thou, the great French historian and friend of William Camden. In 1596 a gentleman called Beaumont was found guilty of magical practices by a court at Angoulême. At a conference held in 1598, at which de Thou was present and no torture was in prospect, Beaumont made a confession regarding the magical art. De Thou reports, "That Beaumont himself held a commerce with Aërial and Heavenly Spirites… That Schools and Professors of this noble Art, had been frequent in all Parts of the World, and still were so in Spain, at Toledo, Cardona, Grenada and other Places: That they had also been formerly celebrated in Germany, but for the most part had failed, ever since Luther had sown the Seeds of his Heresy, and began to have so many Followers: that in France and in England it was still secretly preserved, as it were by Tradition, in the Families of certain Gentlemen; but that only the initiated were admitted into the Sacred Rites; to the exclusion of profane Persons…"3 We know much about the magical activities of John Dee and Sir Edward Kelley, and about Simon Forman, who at All Hallow-tide 1590 "entered the circle for necromantical spells", as he puts it in his diary. Thomas Nashe talked of "the unskilfuller cozening kind of alchemists, with their artificial and ceremonial magic." At about the same time, Roman Catholic gentry were being regularly titillated at secret conventicles where Catholic priests exorcised victims allegedly possessed by the Devil. The "Confession" of Richard Mainy in June 1602 tells of the exorcisms carried out at Lord William Vaux's house in Hackney in 1588.4 The staunch Catholicism of the Vauxs brought down on them repeated persecution through the years - for illicitly and secretly practicing their religion. William Vaux's son Edward commanded a regiment in the Low Countries, which in 1623 became a target for state repression with the uncovering of two secret societies within its ranks.5

Experiment and novelty were the order of the day. Robert Naunton wrote to the Earl of Essex from Paris on the 5th April 1597 with the hot news that Henri IV of France (formerly Henri of Navarre) was celebrating the Elueusinian mysteries that Easter. Naunton sadly added, "But these Eleusina Sacra are nowe growen to be miseries not to be told in Gathin no wise."6
 
But what, the reader may ask, of freemasonry? In stark contrast to the ample surviving records of Scottish freemasonry, very little has come down to us that testifies to the English masonic tradition before the later 17th century. The masonic historian Anderson's apologia on this question is worth full quotation: "But many of the Fraternity's Records of this [Charles II's] and former Reigns were lost in the next [James II's] and at the Revolution [1688]; and many of 'em were too hastily burnt in our Time from a Fear of making Discoveries…"7 The latter refers to the conflict between Jacobites and Hanoverians. The earliest certain English "admittances" to the Craft were those of Elias Ashmole and Col. Henry Mainwaring, of Karincham in Cheshire, at Warrington in 1646.8 Recently, however, I have come across some fascinating indications of masonic activity in late Elizabethan England, which are apparently quite unknown to mainstream masonic historians.

In the latter part of the 1580's a flood of pamphlets began to spew out of the London print-shops, which eventually became collectively notorious as the Martin Marprelate controversy.9 Martin Marprelate was the pseudonym of some fringe Puritan writers engaged in attacking the despotic practices, and abuses, of the hierarchy of bishops in the Church of England. The bishops, stung beyond endurance, and completely misfiring with their early published reponses, commissioned some talented polemicists to mount an effective counter-attack; and in 1589 the printer John Charlewood produced a brilliant short tract entitled A Countercuffe given to Martin Junior. It was signed "Pasquill". Behind this pen-name lay most probably Thomas Nashe, possibly Robert Greene - or, equally possibly, both friends in collaboration. In one passage we read:

"In the mean season, sweet Martin Junior, play thou the knave kindly as thou hast begun, and waxe as olde in iniquitie as thy father. Downe with learning and Universities, I can bring you a Free-mason out of Kent, that gave over his occupation twentie yeeres agoe. He wil make a good Deacon for your Purpose, I have taken some tryall of his gifts, hee preacheth very pretilie over a Joynd-stoole." (A.iij)

Pasquill definitely knew enough about freemasons to be aware that a "Deacon" was one of their office-holders (it has previously been thought that the earliest references to Deacons date no earlier than the 1730's)10; and that the Master of a lodge occupied a "Joynd-stoole". Whether we should take as factual Pasquill's comment, "I have taken some tryall of his gifts," is a moot point. If seriously meant, it seems to imply that the writer - and I suspect Nashe - had actually attended a masonic meeting at some stage. Nashe, the acutest observer of the life of the common people in his time, certainly knew something about the masons. In The Unfortunate Traveller, which he published under his own name, he informs us that "Masons paid nothing for hair to mix their lime."11
 
Among the stream of anti-Martinist pamphlets that slewed into the book-stalls in October 1589 was one by John Lyly the dramatist, who used the sobriquet of "Double V", and in which, for no obvious reason, he inserted an direct attack on Gabriel Harvey, whom he reckoned a pedant "full of latin endes", who "cares as little for writing without wit as Martin doth for writing without honestie".12 Harvey composed a reply, the Advertisement for Papp-hatchett, before the end of the year, which he did not publish till 1593. In it, he wrote of "Nash, the Ape of Greene; Greene, the Ape of Euphues; Euphues the Ape of Envie… three notorious feudists, drawe all in a yoke."13 Euphues was Lyly's most famous work.

In 1590 Richard Harvey, Gabriel's brother, produced A Theological Discourse of the Lamb of God and his Enemies, jollied along, it is widely and reasonably thought, by Gabriel. Certain passages, in fact, bear Gabriel's stylistic imprint. I see this work as intrinsically an attempt to dissociate the Puritan moderates from the activities, and ill-repute, of the fringe Martinists, whilst getting in some juicy body blows at the Grub Street literati, with their suspect morals or Catholic leanings, whom the bishops had paid gold to.

In his prefatory epistle, Richard Harvey takes a swipe at Nashe, "who taketh uppon him in civill learning, as Martin doth in religion, peremptorily censuring his betters at pleasure, Poets, Orators, Polihistors, Lawyers, and whome not." In the main text, the Rev. Harvey - in a passage probably primarily aimed at Lyly - remarks, "But there remayneth yet a monstrous and a craftie antichristian practisser,… one and his mate compounded of many contraries, to breede the more confusion… is content to be ridiculous himself… he is a boone companion for the nonce, a secrete fosterer of illegitimate corner conceptions, a great orator for ruffianly purposes,… a bloody massacrer and cutthroate in jesters apparrell…"14 Gabriel Harvey, in the Advertisement… already mentioned, called Lyly "an odd, light-headed fellow…, a professed iester, a Hick-scorner, a scoff-maister…" who disgraced his "arte with ruffianly foolery."15
 
The crucial passage for our purposes, however, is that where Richard (or Gabriel) Harvey in A Theological Discourse… - gunning for Lyly and Nashe together, no doubt - laments thus:

"But alas there are many strange errors abroad in the earth, and there are too many headstrong mainteyners of old paradoxes and new forged novelties, which either renew those antiquated trifles, or give them a colour, a devise and glosse of the makers, which are their craftes maisters and bond slaves. Such men are girded and wrapped up in with splene and brought up cheefly in the chapters De contradicentibus [of people opposing], and so wedded and given to alter all statutes and turkisse [tyrannize over] all states,… that they have become plaine turkish and rebellious,…"16

The choice of "craftes maisters" in one sentence and of "chapters" in the next cannot be accidental. An actual fraternity of splenetic discontents is being hinted at. A 1425 document, incidentally, refers to the "annual congregations and confederacies made by the masons in their general chapters and assemblies."17

John Lyly was prone to dark accusation. In 1582, whilst secretary to the Earl of Oxford, he fell into trouble over financial matters. He appealed to Oxford's father-in-law, Lord Burghley, in a letter of July that year. His postscript ends with the strangest of declarations: "Loth I am to be a prophitt, and to be a wiche [Witch] I loath. Most dutiful to command John Lyly." Gabriel Harvey was to attach the label of "black arts" to Lyly in print some years later.18 Matters were patched up with the erratic, somewhat paranoid Earl of Oxford, it would seem. By 1584 Lyly had gone to St. Paul's School to take over the running of the Paul's boys theatrical company - of whom Oxford was the patron. His plays were acted regularly at court - again partly through the influence of Oxford, one would suppose.

Edward de Vere, seventeenth Earl of Oxford, is the raison d'être of a whole sub-section of the Shakespeare industry. This is a controversy way above my head: for me, Shakespeare is the best Shakespeare we have. But I find it surprising that nothing has ever been made by the Oxfordians of a most peculiar verse in Oxford's poem Labour and its Reward, included in Thomas Bedingfield's "Englishing" of Cardanus Comforte (1573, '76):

An illustration from The Mirror of Policie, an anonymous translation from Guillaume de la Perrière's Le miroir politique. Published in London in 1598 by Adam Islip. The same author's emblem book The theater of fine devices was entered on the Stationer's Register on the 9th May 1593 by the printer Richard Field, Shakespeare's friend from Stratford-on-Avon. The latter translation was by Thomas Combe, the secretary of Sir John Harington. No-one has been able to establish whether or not this Combe was the same as the Thomas Combe associated with Stratford-on-Avon. But he remains a prime contender for the distinction of having translated The Mirror of Policie.
 
"The mason poor that builds the lordly halls, Dwells not in them; they are for high degree; His cottage is compact in paper walls, And not with brick or stone, as others be."19

Apart from Japan, I cannot conceive of any time or clime where masons literally live in cottages "compact in paper walls". What are these "paper walls"? Is this a reference possibly to the Old Charges - the constitution and history of the freemasons - faithfully adhered to within masonic lodges? It is a teasing verse in another respect: tying in "The mason poor" with the question of "high degree". It is noteworthy that the author of Hamlet reverently read Cardanus Comforte - it is the basis of some of the finest philosophical lines ever spoken at Elsinore (Hamlet on sleep III.i.).

Gabriel Harvey waited till 1593 before launching his greatest broadside against Nashe and Lyly in Pierces Supererogation. There he writes, "it is sound Argumentes, and grounded Authorities, that must strike the definitive stroke, and decide the controversy, with mutuall satisfaction. Martin bee wise, though Browne were a foole: and Pappe-hatchet [Lyly] be honest, though Barrow be a knave: it is not your heaving and hoifing coile, that buildeth-upp the walles of the Temple. Alas poore miserable desolate most-woefull Church, had it no other builders, but such architects of their owne fantasies, and such maisons of infinite contradiction."20 Harvey never chose his words lightly: with him they are always carefully worked over - and, some would say, overworked. He has very expertly tarred Lyly with the brush of the "maisons of infinite contradiction".
 
Neither Lyly nor Nashe ever penned a denial of the accusation. But Nashe, on behalf of himself and his friend, went to a great length to turn the accusation. He seized his chance in the devastating Have with you to Saffron-Walden, or, Gabriel Harveys Hunt is up of 1596, a viciously effective exposé of Harvey's life and literary pretentions. Using his already famous sobriquet of Pierce Pennilesse, Nashe at one point gives himself the observation, "…notwithstanding all which Idees of monstrous excellencie, some smirking Singularists, brag Reformists, and glicking Remembrancers (not with the multiplying spirite of the Alchumist, but the villanist) seeke to bee masons of infinite contradiction…" 21
 
What on earth is this all about? The section is actually a parody of Harvey's writing style - all the more effective because it strings together various overwrought phrases that Harvey had coined. Nashe proceeds to give the phrases a second airing. Using the persona this time of Don Carneades de boune compagniola, Nashe guys Harvey as follows:

"As, for an instance: suppose hee were to sollicite some cause against Martinists, were it not a jest as right sterling as might be, to see him stroke his beard thrice & begin thus? …may it please you to be advertised, how that certain smirking Singularists, brag Reformists, and glinking Remembrancers, not with the multiplying spirit of the Alchumist, but the villanist, have sought to be Masons of infinite contradiction, and with their melancholy projects, frumping contras, tickling interjections… against you, & the beau-desert & Idees of your encomiasticall Church government…"22
 
What does this amount to? Is it simply aimed at Harvey's overripe prose? I doubt it. To begin with, there is more than one clue in the passage that the attack on Lyly was a prime concern. In Pierces Supererogation Harvey, in abusing Lyly, remarked that "A glicking Pro, and a frumping Contra, shall have much-adoe to shake handes in the Ergo."23 Nashe has slyly included the expression "frumping contras", which surely only an inner circle of readers could have been expected to recall was aimed at Lyly. In the Supererogation Harvey had also attacked the Nashe-Lyly group in these terms: "Certes other rules are fopperies: and they that will seeke out the Archmistery of the busiest Modernistes, shall find it nether more, nor lesse, then a certayne pragmaticall secret, called Villany, the verie science of sciences, and the Familiar Spirit of Pierces Supererogation… it is the Multiplying spirit, not of the Alchimist, but of the villanist, that knocketh the naile on the head, and spurreth out farther in a day, then the quickest Artist in a weeke."24
 
The play off between "Alchimy" and "Villany" in the Supererogation reached its apotheosis when Harvey wrote: "and in the baddest, I reject not the good: but precisely play the Alchimist, in seeking pure and sweet balmes in the rankest poisons… O Humanity, my Lullius, or O Divinitie, my Paracelsus, how should a man become that peece of Alchimy, that can turne the Rattes-bane of Villany into the Balme of honeste…"25

The sophisticated Elizabethan follower of the Harvey-Nashe feud (and there were many such), accustomed to Harvey's penchant for paradoxical overstatement, would have gleefully remembered his preference for "seeking pure and sweet balmes in the rankest poisons". It was of a piece with that fashionable "School of Night" movement, exemplified in the poet George Chapman, which lauded darkness and night and associated connotations.

If Nashe was not depicting Harvey as babbling nonsense, what then? I think we are given a hint when Don Carneades suggests that Harvey would "stroke his beard thrice" - for stroking one's cheek or face with a finger was a mark of recognition among secret orders. A Mason's Confession of 1727 describes how "he gives the sign, by the right hand above the breath, which is called the fellow-crafts due guard." The Grand Mystery of Free-Masonry Discover'd (1724) describes a masonic sign thus: "Stroke two of your Fore-Fingers over your Eye-Lids three times." Don Carneades' speech has, in actuality a deep meaning which is the opposite of the surface meaning of individual phrases. Nashe, in other words, is portraying Harvey not as deploring, but as commending those who "sought to be Masons of infinite contradiction".

What was Nashe getting at? There are mysteries even in the past of Gabriel Harvey. Circa 1578-80 he won immortality by forming, with Edmund Spencer, Sir Edward Dyer and Sir Philip Sidney, a small literary circle devoted to reforming English poetry, which Harvey described as a "new-founded areopagus" that was better than "two hundred Dionisii Areopagitae". Dr. Moffet's memior of Sidney describes him as seeking out the mysteries of chemistry "led by God with Dee as teacher and Dyer as companion". Harvey was, in fact, briefly secretary to Sir Edward Dyer, the loyal confidante of John Dee and the "gold making" Edward Kelley. Harvey was probably too much of a dilettante to indulge overmuch in serious chemistry. However, astrology was to his taste, as was magic. He acquired the "secret writings" of Doctor Caius [of Caius College fame] and a Key of Solomon. He described one of his manuscripts thus: "The best skill, that Mr Butler physician had in Nigromancia, with Agrippas occulta philosophia: as his coosen Ponder upon his Oathe often repeated, seriously intimated unto mee". Harvey also owned "A notable Journal of an experimental Magitian"; and, above all, he acquired the actual working papers in magic of Simon Forman, most notorious and most successful of English magicians.26

That Harvey concealed some great secret is clear enough from his own manuscript notes. At the start of 1583 his brother Richard published An Astrological Discourse upon the… Conjunction of the two superiour Planets, Saturne & Jupiter, which shall happen the 28. day of April, 1583. He predicted, perhaps a little overoptimistically, the Second Coming of Christ for that day. Henry Howard, Earl of Northampton, a Roman Catholic, bore no good will towards the Earl of Leicester, or his Puritan clique, which included the Sidney circle. Howard rushed out in 1683 A defensive against the poyson of supposed Prophesies, a brilliant spiking of the three Harvey brothers (all ardent astrologers). In his Epistle Dedicatorie, Howard writes, "I have both heard and read of certaine persons, who for the space of many yeeres… have challenged unto themselves withall, a peremptorie censure in all matters, aspiring only to this point at height of credite, that presumption may prescribe against desart, & and their voices be regarded as Apollo's oracles". Howard goes on, "They persue with eager appetite into the knowledge of such matters as are farre above their reach", but since "the learned judges of their skill desire no Company with Crassus they are wont smile in Temple and to whine in Angulo". Disingenuously, Howard urges them to "looke into the workes of God, with eyes of humblenesse, not pore into the secretes of his purpose with the spectacles of vaine glorie". In his main text, Howard makes a curious barbed remark which seems to foreshadow the "School of Night" controversy that flourished about the start of the 1590's. He states, "if wee will exemplifie these Antichrists in persons of this age, I find not any more like to support their feates, then our Astrologers, who set up a new plot of Heaven, and a new Schoole of earthe, and a new kinde of providence".27
 
Gabriel Harvey wrote down on the 20th July 1583 apropos Howard's venomous book, "I wis it is not the Astrological Discourse, but a more secret mark, whereat he shootith. A serpent lies hidden in the grass: and it will remain concealed even now by me. Patience, the best remedy in such booteles conflicts. God give me, and my Friends, Caesars memory, to forget only injuries, offered by other…"28 I have found nothing to throw further light on this tantalising statement. But in Pierces Supererogation a decade later Harvey inserts a resonant passage, which stands on its own, apparently unrelated to the rest of his material. Harvey writes, "Compare old, and new histories, of farr, & neere countries: and you shall finde the late manner of Sworne Brothers, to be no mere fashion, but an ancient guise, and heroicall order; devised for necessity, continued for security, and mainetayned for proffite, and pleasure".29
 
Alas, the censorship of the bishops brought a premature end to the feud with its promising future. In June 1599 they decreed that "noe Satyrs or Epigrams be printed hereafter" and "That all NASHES bookes and Doctor HARVEYS bookes be taken wheresoever they be found and that none of their bookes be ever printed hereafter".30 A truly savage decision. Perhaps the bitter exchanges had let too much out of the bag - revelations with wider implications. In February 1601 John Lyly offered to spy on the Essex rebels for Sir Robert Cecil, promising to "turn all my forces and friends to feed on" them.31
 
Shakespeare was a glover's son, and a son to boot who spoke the language of gloves as if it were as natural for him as breathing.32 No other writer in imaginative literature has made so much play with the imagery of the glove. But, of course, the glove had a status in Elizabethan-Jacobean England hard to understand today. It was a luxury item, replete with status and complex symbolic meanings - and made a highly regarded gift.33
 
Robert Higford, in 1571, sent harvest gloves to the wife of Lawrence Banister. In 1609 J. Beaulieu told William Trumbull that "My Lord hath bestowed 50s. in a pair of gloves for Monsr. Marchant in acknowledgement of his sending unto him the pattern of stairs". At New Year 1605/6 the royal musicians presented "ech of them one payre of perfumed playne gloves" to King James. In 1563 the Earl of Hertford, direly out of favour with the Queen, beseeched Lord Robert Dudley thus: he desired "a reconciliation, and begs he will present the Queen, on his behalf, with a poor token of gloves".34
 
Gloves were a customary New Year's gift, sometimes being substituted for by "glove-money". And gloves were the traditional gift of suitors - of lovers - to their betrothed. In Much Ado about Nothing Hero, daughter to Leonato, mentions, "these gloves, the count sent me, they are an excellent perfume" (III. iv.). The glove signified a deep reciprocal bond between giver and receiver in many situations. The Clown, in The Winter's Tale, remarks that "If I were not in love with Mopsa, thou shouldst take no money of me; but being enthralled as I am, it will also be the bondage of certain ribbons and gloves" (IV. iv.). In Henry V the King exchanges gloves with the lowly soldier Williams (IV. i.).

But gloves also played a part in the customs of formal fraternities. Robert Plot, in The Natural History of Stafford-shire (1686), tells that it was the custom among the freemasons "when any are admitted [into membership], they call a meeting… which must consist at least of 5 or 6 of the Antients of the Order, whom the candidates present with gloves, and so likewise to their wives…"35 At Canterbury College, Oxford, in 1376-7, the Warden recorded in the accounts the "even twenty pence given" for "glove money" ("pro cirotecis") to all the masons engaged in rebuilding the College.36 This points to an old tradition with the masons of providing gloves. George Weckherlin, poet and under-secretary of state at Whitehall, sent gloves to Lewis Ziegler, agent to Lord Craven, in February 1634. In December 1637 Weckherlin drew the sign of the Rosicrucians 5 above Ziegler's name.37 Perhaps the freemasons were being imitated. The glove giving habit was already actually codified in the Schaw statutes38 of December 1599, approved at Lodge Kilwinning in Scotland, which laid down that all fellows of the craft, at their admissions, were to pay the lodge £10 Scots with ten shillings worth of "gluiffis".

Love's Labour's Lost has kept Shakespeare buffs rhapsodically frustrated for several generations. It is perhaps the most teasing of his plays, constantly hinting at hidden meanings. Even worse, it appears to be the only one of his plays whose plot he thought up himself! It provoked Frances Yates to write an entire book about it, a book which remains, after half a century, still the best thing on the subject. The basic situation of the play is made clear in the very first speech that Ferdinand, King of Navarre, intones:
 
"Our late edict shall strongly stand in force: Navarre shall be the wonder of the world; Our court shall be a little academe, Still and contemplative in living art. You three, Berowne, Dumain, and Longaville, Have sworn for three years' term to live with me, My fellow-scholars, and to keep those statutes That are recorded in this schedule here: Your oaths are pass'd; and now subscribe your names, That his own hand may strike his honour down That violates the smallest branch herein:-" (I. i. 11-21). 

Despite the "votaries" of the acaademe pledging themselves to three years celibacy, the visiting ladies, led by the Princess of France, finally subvert their resolution by winning their hearts. The allusions flash by in a constantly jesting manner. But I wish to single out one allusion in particular, which to my knowledge has never been unbottled before.

The glove makes it appearance in the final scene (V. ii.) - twice. The Princess says, "But, Katherine, what was sent to you from fair Dumain?" Katherine replies, "Madame, this glove". The Princess retorts, "Did he not send you twain?" to which Katherine answers, "Yes, Madam; and moreover,/ Some thousand verses of a faithful lover;" (47-50). All this, at least, is plain sailing: the suitor Dumain has sent a pair of gloves, which Katharine has accepted. Rather more complex is the case of the love-stricken Berowne, who proclaims:

"and I here protest, By this white glove (how white the hand, God knows), Henceforth my wooing mind shall be express'd In russet yeas and honest kersey noes."(410-13)
 
Berowne's white glove has not materialized in the play before. And it probably would have been totally improper or unthinkable for a lady to have sent him a pair. So what was the function of the glove? He proceeds in the very next line to swear to Rosaline, "My love to thee is sound, sans crack or flaw", and the joke, I believe, lies in his swearing an oath of love on a white glove that the courtly audience would have assumed to have been received within the circle of his fraternity. They would have automatically related it to an initiation. In saying, "how white the hand, God knows", Berowne is confessing that he has put in jeopardy his virtue by breaking his oath of initiation. But there is a double irony - for what is the value, or sincerity, of a love pledge made upon such a glove?

For an authority on the relationship of hands to oaths, I would turn to Thomas Dekker. In his play Satiro-Mastix… of 1602 he has Sir Walter Terill exclaim,

"An oath! why 'tis the traffic of the soul, 'Tis law within a man; the seal of faith, The lord of every conscience; unto whom We set our thoughts like hands:…" (V.i.)

Berowne's glove problem, I suggest, hints at Navarre's "little academe" being a utopianistic masonic lodge, and this raises fascinating possibilities. Ferdinand King of Navarre puts one in mind of Ferdinando Lord Strange, patron of a theatrical company with which Shakespeare was closely associated up to at least the Autumn of 1592. As Professor Honigmann, among others, has pointed out, Love's Labour's Lost is replete with allusions to Shakespeare's patron.39 The name Ferdinand attached to the King was most likely a conceit chosen to humour him, as well as possibly relating to the origins of the play in a private entertainment for Lord Strange's coterie of friends. Ferdinando was unquestionably keen about theatre. Oddly, Navarre is never actually called Ferdinand in performance, although he is so named in the stage directions and speech prefixes of the first Quarto. Presumably it was thought in bad taste to draw the groundlings' attention in the public theatres to the resemblance between Navarre and Lord Strange.

In the mythology of the play one allusion has stood out beyond all others this century. In Act IV Scene iii the King exclaims - thus launching a thousand academic foot-notes - "Black is the badge of hell,/ The hue of dungeons and the school of night". To what or whom was he referring? Was it to Sir Walter Ralegh and his alleged "school of atheists"? Ralegh, by the way, had intervened to protect some of the Martin Marprelate conspirators. Was it to the poet George Chapman - whom Shakespeare overtly scorned in two remarks - and his pals such a Matthew Roydon? Chapman had published in 1594 his long poem The Shadow of Night. Its dedication to Roydon contains the famous passage, 

"I remember my good Mat. how joyfully oftentimes you reported unto me, that most ingenious Darbie, deepe searching Northumberland, and skill-embracing heire of Hunsdon had most profitably entertained learning in themselves, to the vitall warmth of freezing science,…"

The occult ethos implied by those few lines is a rich quarry indeed! Were these the patrons of the School of Night? "Most ingenious Darbie" was Ferdinando Lord Strange, his father having died on the 25th September 1593. It is a vein of inquiry that I shall not pursue, except to add one fresh observation to the ongoing debate. Lord Strange's men acted at court on the 27th December for three successive years from 1589.40 That day is the day of St. John the Evangelist - and the traditional assembly day of the freemasons.

The masonic legend of King Athelstan was somewhat polished up by James Anderson for The New Book of Constitutions of 1738. He tells how Athelstan "at first left the Craft to the Care of his Brother Edwin" and how Edwin "purchased a Free Charter of King Athelstan his Brother for the Free Masons having among themselves a CORRECTION, or a power and Freedom to regulate themselves, to amend what might happen amiss, and to hold an yearly Communication in a general Assembly". Edwin "summon'd all the Free and Accepted Masons in the realm, to meet him in a Congregation at YORK, who came and form'd the Grand Lodge under him as their Grand Master, A.D. 926."41
 
Apart from the relation of this tale in the Old charges of the freemasons, no independent evidence has ever been found to substantiate the story. The "1583" version of the Old Charges - commonly known as Grand Lodge MS No. 1 - has been subject recently to a rigorous scrutiny by Dr S.C. Aston, who in casting around for contemporaneous Elizabethan references to Athelstan, has come up with only one (apart from mentions in historians such as Speed and Stowe).42 Thomas Dekker, a facile playwright with a penchant for magical themes, produced a version of the Fortunatus story, derived from the minor sub-Faustian German book first published in 1509, which had possibly been "Englished" by the well known hack writer Thomas Churchyard ("T.C."), an old friend of Oxford's. In 1600 William Aspley entered the play with the Stationers' Register as "A commedie called Fortunatus in his newe lyverie". Dekker worked on the revision, or expansion, of the play in the late 1599, which had first been seen a few years earlier. He was paid £6 from the 9th to the 30th November for "the hole history of Fortunatus", was given £1 on the 31st November for "altering the Booke" and £2 on the 12th December "for the ende of Fortewnatus for the corte".43 By the standards of the time these are extraordinarily high payments for what appears to be play doctoring. Henslowe, the financial brains of the Lord Admiral's men, never paid a penny more than necessary for anything. This court commission evidently had extra-special significance attached to it. 

What relevance Athelstan, the 10th century Anglo-Saxon monarch, had to the late Medieval tale of Fortunatus, which is exclusively centred on events in Cyprus and Asia, is hard to imagine. The original geographical and historical locale has been given a violent wrench by Dekker in order to introduce a British context, which is preposterously unhistorical, even in its own terms, weirdly mixing Athelstan with Scottish as well as English characters - unless, that is, "Athelstan" is a guise for James VI of Scotland, who, as happens in the play, had been the object of magical workings. The North Berwick witchcraft trials took place in 1590-1; the complicity of the Earl of Bothwell had emerged in April 1591.44
 
It is a poor play and soon forgot. What was its function? I strongly suspect that play in the version we know was a masonic pièce d'occasion. Dekker - or a man at court - insisted on having Athelstan, the legendary patron of the freemasons, for the King, when he could have chosen almost anyone. Was he making an analogy between Athelstan and James of Scotland because he was aware, among other things, of James' links with freemasonry? The famous Schaw statutes were promulgated at Lodge Kilwinning in Scotland in 1598 and 1599. One doubts they would have proceeded so far without James' foreknowledge and approval. William Schaw, after all, was James' Clerk of Works. The play has another path to secret ritualism: there is a character called Shadow, servant to Fortunatus, and it becomes progressively clear that he owns his name in virtue of the mythology of the Eleusinian mysteries of ancient Greece. The Shadows or Shades were the spirits of the Dead in Hades. Shadow may have been the germ from which sprang the scene with the Shades in Shakespeare's The Tempest. Old Fortunatus displays one striking affinity with Love's Labour's Lost. Both plays feature a French nobleman called Longaville.

But there are other aspects of the play with clear masonic implications. The court performance of 1599 took place on the night of the 27th December, St. John the Evangelist's day - the annual assembly - and feast day of the freemasons, and later of the Rosicrucians. It was acted by the Edward Alleyn-Philip Henslowe company, the Lord Admiral's Men. According to James Anderson (but alas, no independent corroboration of his genealogy has ever surfaced), the then Lord Admiral, Charles Howard, Lord Effingham, was the Grand Master of the freemasons in the South of England until 1588.45 Nor can we ignore the strong masonic resonance of the "Epilogue for the Court". The expression "God the great Architect of the Universe" has become a masonic platitude. Close to it in spirit are these lines from the Epilogue, which refer to the length of Elizabeth's reign:

"And that heaven's great Arithmetician, (who in the Scales of Nomber weyes the world) May still to fortie two, add one yeere more".

Finally, there are two speeches belonging to Fortunatus in Act II Scene ii, which seem designed to permit the ventilating of a markedly pointed image. Fortunatus first says, "Boyes be proud, your Father hath the whole world in this compasse…", and then later boasts, "Listen, my sonnes: In this small compass lies,/ Infinite treasure…" The compass - a prime symbol among the freemasons - was surely introduced to produce a frisson of excited appreciation among the assembled masons at court!

If, as I suspect, Love's Labour's Lost was performed at court on St. John the Evangelist's day, then we have probably stumbled on a common seam running through productions arranged for that date. Old Fortunatus was expensively revised for the court performance; and the Shakespeare piece, besides being played at court "this last Christmas", was "Newly corrected and augmented", according to the first Quarto. Many plays were done at court; few were expressly revamped for the ocasion. These were special occasions undoubtedly. I have come across two other St. John's day events which seem to conform to the pattern. On December 27th 1604 a masque was held at court to celebrate the marriage of Philip Herbert, Earl of Montgomery, to Lady Susan de Vere, daughter of the Earl of Oxford. Philip Herbert, together with his elder brother William Herbert, Earl of Pembroke, was dedicatee - famously so - of the First Shakespeare Folio of 1623. According to James Anderson, William Herbert became a Grand Warden of the English masons in 1607 and their Grand Master in 1618.46 Although this particular masque has not survived as far as we know, we have a description of its participants. Among "The Actors were, the Earl of Pembroke, the Lord Willoughby, Sir Samuel Hays, Sir Thomas Germain, Sir Robert Carey, Sir John Lee, Sir Richard Preston, and Sir Thomas Bager…"47 Sir Robert Carey was the youngest son of the first Lord Hunsdon. He had been a friend at Oxford of Thomas Lodge, who later became the collaborator of Robert Greene. Charles Nicholl suggests that Carey was Thomas Nashe's benefactor in 1594 and that the character Domino Bentivole in Have with you to Saffron-Walden… was based on him.48 Sir Richard Preston, better known as Lord Dingwall, maintained a chemical laboratory; in 1613 Michael Maier the Rosicrucian presented him with a copy of Arcana arcanissima. Out fourth notable St. John's day event at court was the betrothal of the Elector Palatine and the Princess Elizabeth on the 27th December 1612. It has been suggested that The Tempest was played on that date. Certainly, it is almost indisputable now that the masque scene in the play was inserted to celebrate their wedding.49 The Elector Palatine and his bride were to become the de facto patrons of the Rosicrucians, and the St. John's day betrothal points to a remarkably early convergence of masonic and Rosicrucian interests. More research has still to be done on St. John's day court activities; I cannot believe it will be entirely unproductive.

There is one other particularly interesting Elizabethan personality, whom Anderson makes mention of in The New Book of Constitutions. He rcounts how Elizabeth, "being jealous of all secret Assemblies", sent "an armed Force to break up" the freemason's Grand Lodge at York on St. John's day 1561. But Sir Thomas Sackville, Lord Buckhurst, the Grand Master, "took Care to make some of the Chief Men sent Free-Masons, who then joining in that Communication, made a very honourable Report to the Queen; and she never more attempted to dislodge or disturb them…" Sackville allegedly gave up the Grand Mastership in 1567.50

Anderson - as if himself uncertain of the veracity of the tale - guards his position by uniquely writing in a marginal note, "This Tradition was firmly believ'd by all the old English Masons". Since 1738 nothing has surfaced to give it credence. But circumstantial evidence does point to the 1560's as being a period of masonic activity. The Levander-York manuscript of the Old Charges was copied circa 1740 from a manuscript dated 1560.51 Dr Aston, in analysing the "1583" Old Charges known as Grand Lodge MS No. 1, asserts that the mention there of "Naymus Grecus clearly derives, I think, from Alcuin's Carmen", which came into print in 1562 and 1564. And the Earl of Oxford poem, Labour and its Reward, with its mysterious masonic reference, was published in 1573.

The implications of Sackville being a freemason would be tremendous. Giordano Bruno published La Cena de le Ceneri in 1584. He relates how he was introduced to Sackville by John Florio, the linguist and great translator of Montaigne, and Matthew Gwinne, the later friend of Robert Fludd, and how he supped at Sackville's house before proceeding to a philosophical disputation.52 Sackville was a major early Elizabethan poet and part author of the seminal play Gorboduc. And John Dee recorded in his diary for the 7th December 1594 that "by the chief motion of the Lord Admiral [Lord Effingham - a Grand Master according to Anderson], and somewhat of the Lord Buckhurst, the Queen's wish were to the Lord Archbishop presently that I should have Dr. Day his place in Powles".53
 
Copy of a drawing recently discovered in British Library Mss Harley 1927 f. 76 verso. The manuscript belonged to Randle Holme III, the 17th century Chester freemason and herald. Showing a hand with a compass, and with the inscription of "Constantia et labore", it is drawn on a page with the dates "1621" and "July 1639" on the back. Randle Holme III probably was the artist.

Appendix:
 
List of companies performing at the court of Elizabeth I on St. John the Evangelist's Day - December 27th. Taken from "Dramatic Records in the Declared Accounts of the Treasurer of the Chamber 1558-1642" The Malone Society 1961 (1962). 
1579 Earl of Sussex's men
1581 Lord Hunsdon's men
1583 Children of the Earl of Oxford
1584 Lord Admiral's men
1586 Earl of Leicester's Players
1587 Children of Paul's (John Lyly's company)
1589 Lord Strange's men
1590 Lord Strange's men
1591 Lord Strange's men
1595 Lord Hunsdon's men
1596 Lord Chamberlain's men (possibly Love's Labour's Lost)
1597 Lord Admiral's men
1598 Lord Admiral's men
1600 Lord Admiral's men


Comment: 

There are many omissions in the "Declared Accounts", and among them is a listing of the performance (of Old Fortunatus) by the Lord Admiral's men in December 1599, although the Quarto implies this happened. The Quarto of Love's Labour's Lost of 1598 states "As it was presented before her Highnes this last Christmas". But Shakespeare's company, the Lord Chamberlain's men, did not perform at court in December 1597, if we are to believe the "Declared Accounts".

However, the Lord Chamberlain's men did perform at court on 26th December 1597 (E.K. Chambers The Elizabethan Stage IV. p.111).



References

 Πρώτη δημοσίευση «The Hermetic Journal», 1990

1. Although not a freemason, I have received invaluable assistance in my inquiries from John Hamill and his staff at United Grand Lodge Library. R.F. Gould A Concise History of Freemasonry (1903) p.60.
2. I am grateful to Mr Jack Shackleford for this information.
3. Monsieur de Thou's History of His Own Time… (1730) ed. B. Wilson vol. II p. cxxix. Roger Nyle Parisious would wish me to point out that he encountered the de Thou reference in Abel Lefranc, the great French literary scholar.
4. A.L.Rowse ed. The Case Book of Simon Forman (Picador ed.) p. 53. T. Nashe The Terrors of the Night… in The Unfortunate Traveller and other Works ed. J.B. Steane p.230. S. Harsnett A Declaration of Egregious Popish Impostures… (1603) p. 258 ff.
5. G. Anstruther Vaux of Harrowden. A Recusant Family pp. 163-4, 440-2.
6. G. Ungerer A Spaniard in Elizabeth's England: the Correspondence of Antonio Pérez's Exile vol. II p. 409.
7. James Anderson The New Book of Constitutions (1738) p. 105.
8. J. Hamill The Craft pp. 30-1. This is the best short introduction to the history of freemasonry - with a strongly sceptical approach to sources.
9. On the controversy a very good introduction is to be found in Charles Nicholl A Cup of News, from which I plagiarize unashamedly.
10. J. Hamill op. cit. p.70. "Deacons are first heard of in Ireland in the early 1730's" writes Hamill. It would seem, on our new evidence, that they had been exported to Ireland from England, then re-exported back from Ireland to England.
11. The Unfortunate Trav. ed. Steane p. 274.
12. Quoted in Nicholl op. cit. p. 74.
13. Ibid. p. 175. 14. Ibid. p. 80.
15. Ibid. p. 54. E.G. Harman Gabriel Harvey and Thomas Nashe p. 154. In Pierces Supererogation Harvey made explicit that he knew Lyly was Papp-hatchet: "Surely Euphues was someway a pretty fellow: would God Lilly alwaies been Euphues and never Paphatchet."
16. R. Harvey A Theological Discourse of the Lamb of God and his Enemies p. 117.
17. See Oxford English Dictionary; Rolls of Parliament vol. IV p. 292.
18. R. Warwick Bond Complete Works of John Lyly vol. I. pp. 28-9.
19. Cardanus Comforte was a work by Jerome Cardan. The Oxford poem is most conveniently to be found in Shakespeare Identified 3rd ed. vol. I p. 572 by J. Thomas Looney ed. Ruth Lloyd Miller. The failure of the Oxfordians to have made anything of such a major allusion printed in their current "Bible" says something, I suppose, about the quality of Oxfordian research.
20. Works of Gabiel Harvey vol. II p. 133 ed. A.B. Grosart.
21. R.B. McKerrow ed. Works of Thomas Nashe (1966) vol. III p. 45.
22. Ibid. p. 46. 23. Works vol. II p. 133.
24. Quoted in E.G. Harman op.cit. p. 148.
25. Works of Gabriel Harvey vol. II p. 293.
26. D. Knoop, G.P. Jones & D. Hamer The Early Masonic Catechisms (1943) pp.99, 74. Hugh Platt, The Jewell House of Art and Nature (1594), p. 43-4, writes: "How to speake by signes only without the uttering of any word… the rest of the letters which be consonants, may be understood by touching of several parts of your body, of several gestures, countenances, or actions." Platt knew Alexander Dicson, who taught the Art of Memory, well. Dicson had been a friend of Bruno's. Gabriel Harvey's Marginalia ed. G.C. Moore Smith pp.214-5.
27. Henry Howard A defensative against the poyson of supposed Prophesies (1620 ed.) p. 112. This very fine, revised edition was probably brought out to counter-attack the wave of Rosicrucian prognostication.
28. V.F. Stern Gabriel Harvey pp. 72-3.
29. Works of Gabriel Harvey vol. II p. 77.
30. Quoted in T. Dekker A Knights Conjuring (1607) ed. L.M. Robbins p. 30. Even the barest mention of works published by the feudists brought on the wrath of the censors, as Dekker discovered.
31. Marquess of Salisbury MSS vol. XI Feb. 27, 1600-1.
32. S. Schoenbaum William Shakespeare pp. 16-17 & 75. E.I. Fripp Shakespeare: Man and Artist i. pp. 79-80.
33. A Valuable account of glove customs is given in John Brand Observations on the Popular Antiquities of Great Britain (Bohn ed.) vol. II pp. 125-7. R. Chambers The Book of Days vol. i. p. 31 has interesting tales also. On gloves and freemasonry see Harry Carr "Two Pairs of White Gloves" in Ars Quatuor Coronatorum vol. LXXV (1962).
34. Marquess of Salisbury MSS vol. I p. 512. Marquess of Downshire MSS vol. II J. Beaulieu letter of Nov. 12 1609. D. Poulton John Dowland p. 409. Cal. of State Pap. (Dom.) 1547-80 p. 221.
35 J. Hamill op. cit. p. 35.
36. His. MSS Com. 5th Report Appendix pp. 450-1. "Cirotecis" would be correctly written today "chirothecis".
37. Weckherlin Diary among the Trumbull Papers recently acquired by the British Library (no classification no. at time of writing).
38. Harry Carr article op. cit. p. 117.
39. It should be mentioned that in The Merry Wives of Windsor (I.i.) Slender swears to Falstaff "by these gloves" that Pistol had picked his purse. E.A.J. Honigmann Shakespeare: the "lost years" pp. 64-5.
40. On the "School of Night" see Frances A. Yates A Study of 'Love's Labour's Lost' (1936). The British Library has recently acquired an extraordinary manuscript in an unknown hand which contains notes on the thought of Thomas Harriot, the leading mathematician and alleged "atheist" in the Ralegh circle, as well as 63 lines from Henry IV Part I by Shakespeare, Brit. Lib. Add. Ms. 64,078. On these performance dates see Appendix.
41. J. Anderson New Book of Constitutions pp. 63-4.
42. Dr Aston's benchmark paper is due for publication in Ars Quatuor Coronatorum in November 1991.
43. Shakespeare's friend, the printer Richard Field, entered The History of Fortunatus on the Stationers' Register on 22nd June 1615. Churchyard contributed "addresses" to Cardanus Comforte (1573). In 1591 he hired lodgings for the Earl of Oxford, giving his own bond for payment. But the penniless Oxford decamped, leaving the luckless Churchyard having to seek sanctuary to avoid jailing for debt. That a man with Oxford's moral sense could have written the Shakespeare plays strikes me as a dubious proposition. Dramatic Works of Thomas Dekker vol. I ed. Fredson Bowers p. 107. Cyrus Hoy Introduction… in 'The Dramatic Works of Thomas Dekker' vol. I p. 71.
44. Caroline Bingham James VI of Scotland pp. 130-2. Athelstan, however, did defeat the Scots in battle.
45. J. Anderson op. cit. p. 81.
46. Ibid. pp. 98-9.
47. John Nichols The Progresses of King James the First vol. I pp. 470-1. "Bager" was almost certainly Sit Thomas Badger. He and Sir Thomas Germain appeared regularly in court masques over the years.
48. C. Nicholl op. cit. pp. 223,240.
49. F.A. Yates The Rosicrucian Enlightenment p. 3. The Tempest ed. Frank Kermode pp. xxi-xxii.
50. J. Anderson op. cit. pp. 80-1. Anderson's list of Grand Masters also has: "Francis Russel, Earl of Bedford in the North; Sir Thomas Gresham in the South 1570"; after Charles Howard, Lord Effingham, George Hastings, Earl of Huntingdon, was G.M. till the death of Queen Elizabeth. Inigo Jones became G.M. in 1607. Or at least, so Anderson claims.
51. D. Knoop and G.P. Jones The Genesis of Freemasonry p. 76.
52. Frances Yates' John Florio is excellent. On Gwinne, see Dictionary of National Biography. Gwinne's brother was apothecary to Charles Howard, Lord Effingham, a Grand Master, says Anderson. Gwinne was medical fellow at St. John's College, Oxford, when Robert Fludd studied there. Gwinne was made M.D. at Oxford in July 1593 on the recommendation of Sackville.
53. Private Diary of Dr. John Dee ed. J.O. Halliwell (1842).