Clark Gable

Κυριακή 27 Μαΐου 2012
Τέκτων κατά πατρική απαίτηση 

 
Ο Κλαρκ Γκέιμπλ (Clark Gable) γεννήθηκε στο Οχάιο των Η.Π.Α. το 1901 από τον Γουίλιαμ  Γκέιμπλ και την Αντελίν Χέρσελμαν. Προερχόταν από ιδιαίτερα εύπορη οικογένεια αφού ο πατέρας του ασχολείτο με γεωτρήσεις πετρελαίου. Το επίθετό του ήταν κανονικά Goebel (Γκέμπελ), αλλά η οικογένεια το άλλαξε σε Gable, κατά τη διάρκεια του α' Παγκοσμίου Πολέμου, καθώς ήταν γερμανικό και το αμερικανικό έθνος έτρεφε αντιπάθεια προς τους γερμανούς.

Στην εφηβεία του ο Gable, υπήρξε ιδιαίτερο ψηλό παιδί με δυνατή φωνή. Οι καλλιτεχνικές του τάσεις που ήταν έκδηλες από μικρό παιδί ενισχύθηκαν ακόμη περισσότερο, όταν στα δεκατρία του ήταν το μόνο ανήλικο μέλος της μουσικής μπάντας της πόλης. Επίσης, λάτρευε τον Σαίξπηρ και του άρεσε να απαγγέλει τα σονέτα του. Ο πατέρας του, που προτιμούσε ο γιος του να ασχολείται με το κυνήγι, προθυμοποιήθηκε να τον βοηθήσει να βελτιώσει τη μόρφωσή του, αγοράζοντάς του μια εγκυκλοπαίδεια 72 τόμων με όλα τα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Όταν ο Gable ήταν δεκαεφτά χρονών, ο πατέρας του αντιμετώπισε οικονομικά προβλήματα και αναγκάστηκε να μετακομίσει μαζί με την οικογένειά του σε μια φάρμα κοντά στο Έικρον του Οχάιο. Ο Gable που δυσκολευόταν να προσαρμοστεί στο νέο περιβάλλον, αποφάσισε να πάει να δουλέψει σε εργοστάσιο λάστιχων. Την ίδια χρονιά αποφάσισε να γίνει ηθοποιός αφότου παρακολούθησε την θεατρική παράσταση «The Bird of Paradise».

Το 1924 ο Gable βρέθηκε στο Hollywood. Στη συνέχεια παντρεύτηκε με την καθηγήτρια της υποκριτικής του Τζοζεφίν Ντίλον και ανέλαβε καθήκοντα ατζέντη. Οι πρώτοι του ρόλοι ήταν σε βωβές ταινίες του Έριχ Φον Στρόχαϊμ, όπου εμφανιζόταν ως κομπάρσος. Συμμετείχε επίσης και σε ταινίες μικρού μήκους, αλλά το γεγονός ότι δε του ανέθεταν κανένα μεγάλο ρόλο τον απογοήτευσε και έτσι επέστρεψε στο θέατρο. Εκεί γνωρίστηκε με τοn επίσης τέκτονα Λάιονελ Μπάριμορ (Lionel Barrymore), με τον οποίο διατήρησε μακροχρόνια φιλία. Αυτός ήταν που τον παρότρυνε να συνεχίσει να εργάζεται στο θέατρο. Την περίοδο 1927 - 1928, εμφανίστηκε σε πολλές παραστάσεις στο Χιούστον με τη θεατρική ομάδα των αδελφών Λάρκιν. Άρχισε να αποκτά εμπειρία και αυτοπεποίθηση, ενώ παράλληλα η σύζυγός του, κατάφερε να του βρει δουλειά στο Broadway. Στο Broadway εμφανίστηκε στην παράσταση Machinal κερδίζοντας τις εντυπώσεις. Η εφημερίδα Morning Telegraph έγραψε για εκείνον: «Είναι νέος, με πυγμή και πολύ αρρενωπός».

Η οικονομική κρίση των τελών της δεκαετίας του '20, σε συνδυασμό με την κατάργηση των βωβών ταινιών, προκάλεσε την ακύρωση πολλών θεατρικών παραστάσεων την περίοδο 1929 - 1930. Κατά συνέπεια ήταν δύσκολο να βρει κανείς δουλειά ως ηθοποιός.

Η αρχή μιας λαμπρής καριέρας
Αφού έλαβε καλές κριτικές για την εμφάνισή του στη θεατρική παράσταση The Last Mile στο Λος Άντζελες το 1930, υπέγραψε συμβόλαιο με την Metro Goldwyn Mayer και είδε το άστρο του να ανατέλλει. Πριν υπογράψει συμβόλαιο με την MGM, είχε ήδη στο ενεργητικό του ένα αποτυχημένο δοκιμαστικό για τη Warner, όπου είχε απορριφθεί από τον παραγωγό Ντάριλ Φ. Ζάνουκ (Darryl F. Zanuck), λόγω των μεγάλων του αυτιών. Ο πρώτος του κινηματογραφικός ρόλος ήταν σε ένα γουέστερν χαμηλού προϋπολογισμού, με τίτλο «The Painted Desert», όπου υποδυόταν έναν κακοποιό. Μετά την προβολή της ταινίας στα γραφεία της MGM, έφτασαν χιλιάδες γράμματα θαυμαστριών και -σιγά σιγά- η εταιρία άρχισε να τον προωθεί όλο και περισσότερο. Το 1931 γύρισε συνολικά 12 ταινίες και συνεργάστηκε με τη Γκρέτα Γκάρμπο, τη Τζόαν Κρόφορντ, τη Τζιν Χάρλοου και τη Μύρνα Λόι. Μέσα σε διάστημα τριών ετών, είχε γίνει ο πιο εμπορικός ηθοποιός της Αμερικής και τον αποκαλούσαν «Βασιλιά του Hollywood».

Όσκαρ για το «Συνέβη μια νύχτα»
Ο Gable δεν ήταν η πρώτη επιλογή για τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην ταινία του Φρανκ Κάπρα «Συνέβη μια νύχτα». Ο Ρόμπερτ Μοντγκόμερι είχε ήδη απορρίψει το ρόλο. Ο επίσης τέκτων Λούι Β. Μάγιερ (Louis Β. Mayer), με βαριά καρδιά, τον δάνεισε στην Columbia Pictures το 1934, επειδή εκείνη την περίοδο δεν υπήρχε κατάλληλος ρόλος για εκείνον και τον πλήρωναν χωρίς να έχουν κέρδος. Ο Gable που αρχικά ήταν αρνητικός με την ιδέα του να πρωταγωνιστήσει στο «Συνέβη μια νύχτα», προσαρμόστηκε σε μικρό χρονικό διάστημα και απέκτησε καλές σχέσεις με τον Κάπρα. Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων διασκέδαζε σκαρώνοντας φάρσες στην συμπρωταγωνίστριά του την Κλοντέτ Κολμπέρ. Η ερμηνεία του ως πονηρού και κεφάτου άνδρα θα χαρακτήριζε την καριέρα του από εκείνη τη στιγμή κι έπειτα. Σε κάποια σκηνή της ταινίας ο Gable έπρεπε να βγάλει τη μπλούζα του, για να αποκαλύψει το γυμνό του θώρακα, καθώς φορούσε φανελάκι από μέσα. Αποτέλεσμα ήταν να επηρεαστεί το ανδρικό κοινό και να πέσουν αισθητά οι πωλήσεις εσωρούχων στις ΗΠΑ του 1934. Η ταινία κέρδισε Όσκαρ καλύτερης ταινίας, σεναρίου, σκηνοθεσίας και Α' ανδρικού και γυναικείου ρόλου το 1934, κάτι που ούτε ο Gable, αλλά ούτε και η Κολμπέρ περίμεναν στην αρχή των γυρισμάτων. Ο Gable, πλέον κάτοχος βραβείου Όσκαρ επέστρεψε στην Metro, ως αστέρι πρώτου μεγέθους.

Όσα παίρνει ο άνεμος
Παρά την επίσης απροθυμία του να παίξει το ρόλο του Ρετ Μπάτλερ, Gable είναι γνωστός μέχρι και σήμερα για την ερμηνεία του στο «Όσα παίρνει ο άνεμος» (Gone With The Wind), που του χάρισε την τρίτη του υποψηφιότητα για Όσκαρ Α' ανδρικού ρόλου. Η σύζυγός του Κάρολ Λόμπαρντ (Carole Lombard) ήταν η πρώτη που του πρότεινε να υποδυθεί το Ρετ Μπάτλερ, όταν αγόρασε τον ένα αντίτυπο του μπεστ-σέλερ, το οποίο ο Gable αρνήθηκε να διαβάσει.

Από την κυκλοφορία του μυθιστορήματος, τόσο το κοινό όσο και ο παραγωγός της ταινίας Ντέιβιντ Ο' Σέλζνικ (David O’ Selznick) ήθελαν το Gable για αυτό το ρόλο. Αλλά επειδή ο Σέλζνικ δεν είχε στην κατοχή της νεοσύστατης εταιρίας του, κανέναν μεγάλο αστέρα της εποχής, έπρεπε να πάρει ηθοποιό από άλλο στούντιο. Έτσι προσέγγισε πρώτα τον Γκάρι Κούπερ για να του προτείνει το ρόλο. Όταν ο Κούπερ απέρριψε το ρόλο του Ρετ Μπάτλερ, λέγεται πως είπε ότι το «Όσα παίρνει ο άνεμος» επρόκειτο να είναι η μεγαλύτερη αποτυχία στην ιστορία του Hollywood.

Ο Σέλζνικ ήταν πλέον αποφασισμένος να προσλάβει Gable και προσπαθούσε να βρει κάποιον τρόπο για να τον δανειστεί από την Metro-Goldwyn-Mayer. Στο μεταξύ ο Gable είχε αποφασίσει να δεχτεί το ρόλο, μη θέλοντας να απογοητεύσει το κοινό που τον είχε ταυτίσει με τον Μπάτλερ. Έχοντας πλέον δεχτεί το ρόλο ο Gable είπε: «νομίζω ότι καταλαβαίνω πλέον πως αισθάνεται η μύγα που βρίσκεται αιχμάλωτη στον ιστό αράχνης». Το «Όσα παίρνει ο άνεμος» ήταν η πρώτη έγχρωμη ταινία στην καριέρα του Gable. Η διασημότερη ατάκα του Gable στην ταινία παραμένει ένα ορόσημο στην παγκόσμια κινηματογραφία: «Ειλικρινά, αγαπητή μου, δεν δίνω δεκάρα».

Σε ηλικία 41 ετών με το ξέσπασμα του β’ Παγκοσμίου Πολέμου κατατάχθηκε στις Ένοπλες Δυνάµεις και συγκεκριµένα στην Πολεµική Αεροπορία και εν συνεχεία προωθήθηκε στην πρώτη γραμμή και έλαβε µέρος σε επιχειρήσεις βοµβαρδισµού της Γερµανίας, επιδεικνύοντας ιδιαίτερο ηρωισµό, για τον οποίο παρασηµοφορήθηκε µε το Μετάλλιο «Εξαιρέτων Πράξεων». Μετά τη λήξη του πολέµου, αποστρατεύθηκε µε τον βαθµό του Ταγµατάρχη και επέστρεψε στη µεγάλη οθόνη –µε παρτενέρ αυτή τη φορά νέες και ανερχόµενες ηθοποιούς– γυρίζοντας το πρώτο του φιλµ μετά τον πόλεμο, το 1945. Όµως, τόσο αυτή η ταινία, όσο και οι υπόλοιπες που θα ακολουθήσουν δεν θα έχουν την επιτυχία που περίµενε αν και η δηµοτικότητά του πάντοτε παρέµενε σε υψηλά επίπεδα.

Τεκτονικός βίος
Ο Gable δεν ήταν αυτό που θα ονομάζαμε παράδειγμα ένθερμου τέκτονα, αφού, όπως ο ίδιος είχε κατ’ επανάληψη δηλώσει, υπέβαλε αίτηση εισδοχής μόνο και μόνο για να ευχαριστήσει τον πατέρα του. Ο ίδιος είχε παραδεχθεί ότι δεχόταν πάνω από μία δεκαετία πίεση από τον πατέρα του να ενταχθεί στην Αδελφότητα, αφού ο πατέρας Gable πίστευε ότι αυτή ήταν η μόνη λύση για να πάψει ο γιος του να ασχολείται με τα καλλιτεχνικά. Τελικώς, ο Clark ενέδωσε μόνον όταν εξασφάλισε «ασυλία» όσον αφορά στην καριέρα του στο Hollywood. Έναν μόλις χρόνο μετά ήρθε γι’ αυτόν η υποψηφιότητα για Όσκαρ, την οποία πληροφορήθηκε από τον επιστήθιο φίλο του Lionel Barrymore μετά από τις εργασίες της Στοάς τους.

Η αλήθεια είναι, βέβαια, ότι ο Gable μεγάλωσε σε τεκτονικό περιβάλλον, ενώ πλείστοι εξ αυτών που τον βοήθησαν και πίστεψαν στο ταλέντο του ήταν τέκτονες, όπως ο Louis Β. Mayer (St. Cecile Lodge υπ’ αριθμ. 558), ο Lionel Barrymore (Beverly Hills Lodge υπ’ αριθμ. 528) και ο Darryl F. Zanuck. Πολλές φορές στη διάρκεια του βίου του αναφέρθηκε με ευγνωμοσύνη σε αυτούς. Η κοινή τεκτονική ιδιότητα αποτελεί μια μη καταγεγραμμένη πτυχή των σχέσεών τους.

Σύμφωνα με τα τεκτονικά αρχεία της Μεγάλης Στοάς της California, ο Gable μυήθηκε το 1933 στη Beverly Hills Lodge υπ’ αριθμ. 528 στο Hollywood. Τον ίδιο χρόνο έλαβε τον βαθμό του Εταίρου, ενώ το 1934 ανυψώθηκε στον βαθμό του Διδασκάλου. Στον Α.Α.Σ.Τ. είχε αποδεδειγμένα λάβει τον 32ο βαθμό, ενώ ήταν μέλος του Τάγματος των Ευγενών του Μυστικού Ιερού, γνωστού και ως «Τάγμα των Shriners», («Ancient Arabic Order of the Nobles of the Mystic Shrine») και συγκεκριμένα ανήκει στο πλήρωμα του «Al Malaika Temple» στο Los Angeles. Να θυμίσουμε ότι μέχρι το έτος 2000, προκειμένου να ζητήσει εισδοχή κάποιος στο Τάγμα των Shriners έπρεπε να είχε σχεδόν εξαντλήσει τους βαθμούς του Σκωτικού Τύπου (32ο) ή του Τύπου της Υόρκης (Ιππότης του Ναού). Το ίδιο ίσχυε και για τον Gable, o οποίος πολλάκις περήφανα φωτογραφήθηκε με το χαρακτηριστικό κόκκινο φέσι του Τάγματος σε εκδηλώσεις για φιλανθρωπικούς σκοπούς.

Σύμφωνα με τον βιογράφο του W.T. Harris, o Gable παρέμεινε ενεργός τέκτων όλη του τη ζωή, χρησιμοποιώντας τη Στοά ως «καταφύγιο στα κατά καιρούς προβλήματα θλίψης που αντιμετώπιζε, ιδίως μετά τον θάνατο της αγαπημένης του συζύγου Carole Lombard».

O Gable υπήρξε αναμφισβήτητα μεγάλος ηθοποιός, ήρωας πολέμου και –για πολλούς- από τους πιο μεγαλύτερους δανδήδες του Ηollywood. Ιστορική θα μείνει η φράση του: «Έγινα τέκτων για χάρη του πατέρα μου προκειμένου να με αφήσει να γίνω ηθοποιός. Έγινα ηθοποιός για να έχω πολλές γυναίκες. Όχι τόσες πολλές όμως … aν πήγαινα με όλες τις γυναίκες που λένε ότι έχω πάει, δεν θα είχα καιρό για ψάρεμα».


Βιβλιογραφία
Harris W. T., Clark Gable: A Biography. New York: Harmony, 2002.
Lewis J., Uncommon Knowledge (book (Pocket Books/Simon & Schuster, 1994.
Spiser Ch., Clark Gable: Biography, Filmography, Bibliography. Jefferson, North Carolina: McFarland & Company, 2002.
Denslow W., Truman H., 10,000 Famous Freemasons, Part 1, 1957.
Φυσεντζίδης Μ., Μεγάλες μορφές του παγκόσμιου Τεκτονισμού, τ. 2, 2012 (υπό έκδοση)


Ο ΚΟΡΤΟ ΜΑΛΤΕΖΕ ΚΑΙ ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΜΥΗΣΗΣ

Τετάρτη 7 Μαρτίου 2012
Μια (τεκτονική) ιστορία και μια έκθεση για τον Ούγκο Πραττ

1. Ο Κόρτο Μαλτέζε (Corto Maltese) είναι ο περίφημος ήρωας του Ούγκο Πραττ (Hugo Pratt) και πρωταγωνιστής μιας σειράς εικονογραφημένων ιστοριών. Κατά τον δημιουργό του γεννήθηκε στη Μάλτα το έτος 1887 και είναι ο μοναδικός εκτός γάμου γιός μιας όμορφης Μαλτέζας τσιγγάνας και ενός Άγγλου ναυτικού από την Κορνουάλη.

Να σημειώσουμε ότι στις ιστορίες του Πραττ του εμφανίζονται ναυτικοί, τσιγγάνοι, μάγοι, άνθρωποι όλων των λαών μέσα σε μια πλειάδα συμβόλων και ιδιότυπου μυστικισμού. Ο χαρακτήρας του Κόρτο Μαλτέζε πρωτοεμφανίστηκε στην ιστορία «Una ballata del mare salato» («Η μπαλάντα της αλμυρής θάλασσας») μία από τις πολλές ιστορίες του Πραττ που εκδόθηκαν στο περιοδικό «Sgt. Kirk». Το 1970 ο Πραττ μετακόμισε στη Γαλλία και ξεκίνησε τη σειρά των ιστοριών του Κόρτο Μαλτέζε για το περιοδικό κόμικ «Pif gadget». Το 1976 η  «Μπαλάντα της αλμυρής θάλλασσας» βραβεύτηκε με το βραβείο για το καλύτερο κόμικ στο Διεθνές Φεστιβάλ της Ανγκουλέμ (Angoulême International Comics Festival).

2. Ο Κόρτο Μαλτέζε του οποίου το όνομα σημαίνει «μικρός Μαλτέζος» (κατά άλλη εκδοχή το όνομα του προέρχεται από τη σύντμηση των λέξεων «Courtyard of the Maltese») είναι ένας μοναχικός και ολιγόλογος ναυτικός του οποίου οι περιπέτειες του εκτυλίσσονται στις αρχές του 20ου αιώνα (1900-1920 περίπου. Είναι ένας «παράνομος με χρυσή καρδιά», ανεκτικός και ευγενής απέναντι στους αδυνάτους. Ως παιδί μεγαλώνοντας στην εβραϊκή συνοικία της Κόρδοβα, συνειδητοποίησε ότι δεν είχε «γραμμή της ζωής» στην παλάμη του και αποφάσισε να χαράξει τη δική του με ένα ξυράφι, αποφασίζοντας ότι η μοίρα του ήταν αυτή που όριζε ο ίδιος και μόνον. Συνήθως προσπαθεί να κρατάει στάση ουδετερότητας, αλλά ενστικτωδώς λαμβάνει το μέρος του καταπιεσμένων και αδυνάτων. Ο χαρακτήρας ενσαρκώνει τον σκεπτικισμό του συγγραφέα σε θέματα πολιτικής, θρησκείας και εθνικών διαφορών. Ο Κόρτο Μαλτέζε είναι φίλος με άτομα από όλα τα στρώματα, συμπεριλαμβάνοντας τον δολοφόνο Ρασπούτιν, τον Βρετανό κληρονόμο Τρίσταν Μπάνταμ, τον Τσέχο ακαδημαϊκό Ιερεμία Στάϊνερ. Επίσης, γνωρίζει και συναντάει διάφορες ιστορικές μορφές όπως ο Τζακ Λόντον, ο Έρνεστ Χέμινγουέη, ο Έρμαν Έσσε, ο Εσθονός λευκοφρουρός στρατηγός Ρόμαν Ούνγκερν Φον Στέρνμπεργκ και ο Εμβέρ Πασάς. Δέχεται από εχθρούς και φίλους το σεβασμό. Αγαπημένο του ανάγνωσμα είναι η «Ουτοπία» του Τόμας Μορ, το οποίο δεν καταφέρνει να το τελειώσει ποτέ. Επίσης διαβάζει Λόντον, Στήβενσον, Μέλβιλ και Κόνραντ.

Το εύρος των ιστοριών του Κόρτο Μαλτέζε κυμαίνεται από απλές εξιστορήσεις περιπετειών μέχρι απόκρυφες ονειρικές σκηνές. Είναι παρών στην κατάρριψη του Κόκκινου Βαρώνου, βοηθάει τους Χιβάρος στη Νότια Αμερική, πολεμάει φασίστες στην Βενετία, αλλά επίσης βοηθάει τον Μέρλιν και τον Όμπερον να υπερασπιστούν την Αγγλία, ενώ επισκέπτεται και την χαμένη Ήπειρο του Μου. Χρονολογικά πρώτη περιπέτεια είναι τα «Νεανικά Χρόνια» («Τhe Early Years») που τοποθετείται στα χρόνια του Ρωσο-Ιαπωνικού πολέμου. Επίσης, εμπλέκεται σε διάφορες καταστάσεις στον Α’ Παγκόσμιο, συμμετέχει στη Ρώσικο Εμφύλιο μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση και εμφανίζεται στην Ιταλία στα πρώιμα στάδια του Φασισμού. Σε μια ανεξάρτητη ιστορία του Πραττ («Σκορπιοί της Ερήμου»), αναφέρεται ότι εξαφανίστηκε στην Ισπανία κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου.

3. Ο Ούγκο Πραττ ήταν τέκτων κανονικός και πιθανότατα έλαβε την πρώτη του μύηση στη γενέτειρά του τη Βενετία το 1976, ενώ αποδεδειγμένα είχε λάβει και ανώτερους βαθμούς πέραν των συμβολικών. Η Μεγάλη Ανατολή της Γαλλίας (Grand Orient de France) εγκαινίασε τον προηγούμενο μήνα (12 Φεβρουαρίου) έκθεση με θέμα «Ο Κόρτο Μαλτέζε και τα μυστικά της μύησης» στην έδρα της στο Παρίσι (Musée de la franc-maçonnerie, 16, rue Cadet, 75009) στην οποία αναδεικνύεται όλο το ενδιαφέρον του δημιουργού Ούγκο Πραττ για τη μυητική προσέγγιση και την εν γένει τεκτονική ζωή. Στα κύρια εκθέματα συναντάμε τα τεκτονικά διάσημα του Πραττ, καθώς και μια σειρά σχεδίων του «πνευματικού του τέκνου» με εικόνες υψηλού συμβολισμού και μοναδικές αλληγορίες από όλη την αρχαία και σύγχρονη μυστική παράδοση. Η έκθεση θα διαρκέσει μέχρι την 15η Ιουλίου του 2012.
 
Αξίζει να κλείσουμε με τα λόγια του Ουμπέρτο Έκο, ο οποίος εύσχημα αναφέρει: «όταν θέλω  να χαλαρώσω διαβάζω δοκίμια του Ένγκελς, όταν όμως θέλω να διαβάσω κάτι σοβαρό διαβάζω Κόρτο Μαλτέζε».



Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ

Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2012
Τεκτονικοί διάλογοι υπό το πρίσμα της λογοθεραπείας


Όσοι είδαν πέρυσι το φιλμ «Ο Λόγος του Βασιλιά» («The King's Speech»), το οποίο τιμήθηκε με 7 βραβεία BAFTA και 4 βραβεία Oscar, έμαθαν ότι ο Lionel Logue (Λάιονελ Λογκ), τον οποίο στο έργο υποδύεται ο βραβευμένος ηθοποιός Geoffrey Rush, υπήρξε λογοθεραπευτής του Βασιλιά Γεωργίου VI (τον οποίο υποδύεται ο Colin Firth), βοηθώντας τον εξαιρετικά στο πρόβλημα του τραυλισμού το οποίο αντιμετώπιζε.

O αδελφός Lionel Logue γεννήθηκε στην Αδελαΐδα στις 26 Φεβρουαρίου του 1880 και φοίτησε στο Κολλέγιο «Prince Alfred» της πόλης, εργαζόμενος αρχικά ως δάσκαλος. Μετακόμισε εν συνεχεία στην πόλη Kalgoorlie για να εργαστεί στα ορυχεία χρυσού και μετά στο Πέρθ (Perth), όπου γνωρίστηκε με τη σύζυγό του Myrtle Gruener, την οποία νυμφεύθηκε στις 20 Μαρτίου του 1907.

Προσφάτως η «Επιτροπή Αρχείων» της Επαρχιακής Μεγάλης Στοάς της Δυτικής Αυστραλίας (Archives Committee of the District Grand Lodge of Western Australia) διεξήγαγε εκτεταμένες έρευνες για τον τεκτονικό βίο του Σεβασμίου αδελφού Logue. Πράγματι, ο Lionel George Logue υπήρξε μέλος της Στοάς «St George's» του Περθ. Σύμφωνα με τα οικεία τεκτονικά αρχεία μυήθηκε στον Τεκτονισμό σε ηλικία 28 ετών, στις 18 Σεπτεμβρίου 1908. Έλαβε τον βαθμό του Εταίρου στις 16 Οκτωβρίου και αυτόν του Διδασκάλου στις 20 Νοεμβρίου του ίδιου έτους. Υπηρέτησε τη μητρική του Στοά ως Β’ Διάκονος (1909 και 1914), A’ Διάκονος (1915), Β’ Επόπτης (1916), Α’ Επόπτης (1918), εγκαταστάθηκε δε στην Έδρα του Σολομώντα κατά την τεκτονική περίοδο 1919-1920. Κατά την παραμονή του στο Περθ ασχολήθηκε με τη διδασκαλία της τέχνης της ρητορικής, την παραγωγή κλασσικών (ιδίως Σαιξπηρικών) θεατρικών έργων και αργότερα με την παροχή θεραπείας σε βετεράνους του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου οι οποίοι αντιμετώπιζαν προβλήματα λόγου ως απόρροια ψυχολογικών προβλημάτων.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1920 μετακόμισε στο Λονδίνο και έκτοτε διατηρούσε γραφείο αποκατάστασης και θεραπείας προβλημάτων λόγου στην περίφημη  Harley Street. Παρείχε τις θεραπευτικές του υπηρεσίες ήδη από το 1926 στον τότε Αλβέρτο Δούκα της Υόρκης (τον «Μπέρτυ» όπως χαρακτηριστικά αποκαλούσε) και αργότερα Βασιλιά Γεώργιο VI. Ο Logue στήριξε την θεραπευτική του αγωγή σε μία απλή και βασική αρχή: αντιμετώπισε τον διάσημο ασθενή του ως πρόσωπο, ως ολότητα και όχι ως «ένα ακόμα στόμα που κολλάει». Με τον πρωτότυπο –για την εποχή- αυτό τρόπο οριοθέτησε μία ισότιμη θεραπευτική σχέση και οδήγησε τον ασθενή να επενδύσει στη σχέση αυτή, απαλλασσόμενος από τα «βαρίδια» των προηγούμενων συμβατικών θεραπευτικών προσεγγίσεων που είχαν πολλαπλώς αποτύχει.

Η τεκτονική ιδιότητα των δύο ανδρών είναι ένα παραλειπόμενο της επίσημης ιστορίας, όχι όμως κάτι που μπορεί να αγνοηθεί ως αποδεικτικό του ιδιαίτερου δεσμού μεταξύ τους. Να σημειωθεί ότι ο Βασιλιάς Γεώργιος είχε μυηθεί τον Δεκέμβριο του έτους 1919 (ως τότε πρίγκιπας Αλβέρτος μετέπειτα Δούκας της Υόρκης) στην περίφημη Στοά του Ναυτικού (Navy Lodge 2612) στην οποία είχε μυηθεί και ο παππούς του Βασιλιάς Εδουάρδος VII. Διετέλεσε Σεβάσμιος της Στοάς το 1920, Α’ Μεγάλος Επόπτης της Ηνωμένης Μεγάλης Στοάς της Αγγλίας από το έτος 1923 και εν συνεχεία Μεγάλος Διδάσκαλος της Επαρχιακής Μεγάλης Στοάς του Middlesex από το έτος 1931. Το 1936 απεδέχθη την πρόταση των Σκώτων τεκτόνων και ανέλαβε το αξίωμα του Μεγάλου Διδασκάλου της Μεγάλης Στοάς της Σκωτίας. Η τεκτονική του δραστηριότητα ήταν έντονη καθ’ όλη τη διάρκεια του βίου του.

Μεταξύ του Logue και του Βασιλιά Γεωργίου αναπτύχθηκε μια πραγματική φιλία απόρροια της ιδιάζουσας θεραπευτικής σχέσης, η οποία στηρίχθηκε εξ αρχής σε όρους ισοτιμίας, σταθερότητας, εμπιστοσύνης και αμοιβαιότητας. Οι σημαντικές αλλαγές στη ζωή του εστεμμένου ασθενή (ανάληψη εξουσίας, λήψη αποφάσεων, δημόσιος λόγος) αλλά και οι δεσμεύσεις που απαιτούνταν έκτοτε δεν απομάκρυναν τους δύο άνδρες, αλλά, αντιθέτως δημιούργησαν έναν ισχυρό δεσμό φιλίας και αδελφοσύνης.
 
Την ημέρα της Στέψης του Βασιλιά (12 Μαΐου 1937) ο Logue περικοσμήθηκε με το παράσημο του Ιππότη (Knight) του Τάγματος της Βασίλισσας Βικτωρίας (Royal Victorian Order), ενώ αργότερα έλαβε τον Ταξιάρχη (Commander) του ιδίου Τάγματος, αποτέλεσε δε ιδρυτικό μέλος της Βασιλικής Εταιρίας Λογοθεραπευτών (British Society of Speech Therapists). Η φιλία του Logue με τον αδελφό και Βασιλιά του διήρκεσε μέχρι τον θάνατό του δεύτερου το έτος 1952. Ο ίδιος μετέστη στην Αιώνια Ανατολή στις 12 Απριλίου του 1953, σε ηλικία 73 ετών.