Τέκτονες Αναρχικοί

Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2009

Του Ανδρέα Χρ. Ριζόπουλου


Μερικές εισαγωγικές διευκρινίσεις είναι ίσως απαραίτητες πριν ξεκινήσει το κυρίως κείμενο. Καταρχάς ο τίτλος δεν είναι ούτε περιοριστικός, ούτε καθοριστικός συγκεκριμένης ιστορικής πορείας. Είναι απλώς περιγραφικός.  Το κείμενο δεν αποσκοπεί ούτε στην πλήρη κάλυψη αλλά ούτε και σε αξιολογική εκτίμηση. Απλώς παρουσιάζει ιστορικά στοιχεία. Σε ορισμένους από τους τέκτονες που θα αναφερθούν η τεκτονική ιδιότητα συνυπήρχε με την πολιτική τους δράση. Σε άλλους προϋπήρχε και σε κάποια φάση της πολιτικής τους δραστηριότητας εγκατέλειψαν τον τεκτονισμό. Τέλος άλλοι έγιναν τέκτονες μετά τη διακοπή της πολιτικής τους δραστηριότητας.

Μία ακόμα διευκρίνιση – και ίσως η πιο καίρια – είναι απαραίτητη. Είμαι βέβαιος ότι ορισμένοι μπορεί να προβάλουν ένσταση για το περιεχόμενο υποστηρίζοντας ότι απαγορεύονται οι πολιτικές συζητήσεις στο πλαίσιο του τεκτονισμού. Ας σταθώ λοιπόν για λίγο στην πιθανή και ευλογοφανή αυτή ένσταση.

Τέκτονες και Πολιτική
Κατά τον Αριστοτέλη ο άνθρωπος είναι ζώον πολιτικόν. Εξ ού ο μη λαμβάνων ενεργητικό μέρος στις υποθέσεις του συνόλου καλείται ‘ιδιώτης’, έχων χαλαρή τη συνείδηση του ‘πολίτη’ και κατ’ επέκταση έχει ελαττωμένη διανοητική ικανότητα. Το δικαίωμα του ανθρώπου να ενδιαφέρεται για τα κοινά το έχει αναγνωρίσει ο Τεκτονισμός. Ο τέκτονας έχει δικαίωμα να έχει ως πολίτης τις προσωπικές του πολιτικές και κοινωνικές ιδέες και να αγωνίζεται για την επικράτησή τους. Δεν δικαιούται, όμως, να ενεργεί ως τέκτονας, ή να τις προπαγανδίζει εντός της Στοάς.

Μάλιστα σύμφωνα με τους Αρχαίους Κανόνες, όπως συγκεντρώθηκαν και δημοσιεύθηκαν από τον αδελφό Άντερσον το 1723 και το 1738, ο τέκτονας παραμένει ατιμώρητος τεκτονικά ακόμα και στην περίπτωση…εξέγερσης. Αναφέρεται σχετικά στον ΙΙ Κανόνα ‘Περί Ανωτέρας και Υφισταμένης Πολιτικής Εξουσίας’: Αν ένας αδελφός στασιάσει εναντίον του κράτους δεν θα πρέπει να υποστηριχτεί σ’ αυτή του την πράξη. Αν δεν κατηγορείται για άλλο έγκλημα – παρόλο ότι η πιστή Αδελφότητα οφείλει να αποδοκιμάσει την ανταρσία του για να μη δώσει στην υπάρχουσα Κυβέρνηση αφορμή δυσαρέσκειας και για να αποφύγει τη δυσπιστία – κανείς δεν μπορεί να τον εκδιώξει από τη Στοά και οι σχέσεις του με τη Στοά παραμένουν αδιάρρηκτες. Ενώ, όμως, ο τέκτονας μπορεί να φτάσει ως άτομο μέχρι την επανάσταση, δεν δικαιούται ως μέλος της Στοάς να φθάσει ούτε καν σε απλή συζήτηση των πολιτικών και θρησκευτικών ιδεών του.

Η σκοπιμότητα της απαγόρευσης εξηγείται σε μια αναφορά που υπέβαλε η Μεγάλη Στοά της Αγγλίας το 1793 στο τότε Βασιλέα Γεώργιο. Έλεγε: Καθώς η ημετέρα Αδελφότης απαρτίζεται από άνδρες ποικίλων εθνών οι οποίοι πρεσβεύουν διαφορετικούς κανόνες πίστης και είναι προσηλωμένοι σε αντιτιθέμενα συστήματα διακυβέρνησης, τέτοιες συζητήσεις παροξύνουν το πνεύμα του ανθρώπου κατά του αδελφού του και θα επιδρούσαν προσβλητικά και ανθενωτικά’.

Στην Ελλάδα κατά τη διατύπωση των απαγορευτικών διατάξεων σχετικά με την πολιτική στην εξελικτική μορφή του Τεκτονισμού υπάρχουν παραλλαγές και αντίθετες ερμηνείες. Στον ισχύοντα Καταστατικό Χάρτη στο Άρθρο 1 και στην Πέμπτη Θεμελιώδη Αρχή, ‘αυστηρώς αποκλείεται πάσα συζήτησις επί πολιτικών και θρησκευτικών ζητημάτων και (ο τέκτων) δεν μετέχει των επ’ αυτών αγώνων’. Στο Σύνταγμα του 1898 το άρθρο 8 ανέφερε απλώς ότι οι τέκτονες ‘αποφεύγουσι πάσαν αφορμήν διαιρέσεως απέχοντες των ερεθιστικών συζητήσεων’. Στο Γενικό Κανονισμό του 1909 (άρθρο 174) απαγορευόταν κάθε πολιτική συζήτηση που αφορούσε στα προσωπικά κόμματα.

Το θέμα αναφέρθηκε επανειλημμένα στα τεκτονικά περιοδικά και χαρακτηριστικά το 1924 στο περιοδικό Πυθαγόρας δημοσιεύτηκαν άρθρα των Σπ. Νάγου και Α. Αλεξανδρόπουλου τα οποία διευκρίνιζαν ότι ο τέκτονας έχει καθήκον να μελετά και να ερευνά κοινωνικά και πολιτειολογικά ζητήματα. Αντίστοιχα άρθρα δημοσιεύτηκαν και το 1927 στο ίδιο περιοδικό με αναφορά στις επιτρεπτέες και απαγορευτέες συζητήσεις.

Το 1949 η Μεγάλη Στοά Αλπίνα της Ελβετίας απέστειλε πίνακα προς τη Μεγάλη Στοά της Γαλλίας στον οποίο αναφέρονταν οι όροι αναγνώρισης μιας τεκτονικής δύναμης ως κανονικής. Στην τέταρτη παράγραφο ανέφερε ότι ‘απαγορεύεται και η επί πολιτικών θεμάτων συζήτηση η οποία θα κατέληγε σε ψηφοφορία γιατί κατ’ αυτόν τον τρόπο θίγεται η ανεξαρτησία των απόψεων των μελών’. Τονιζόταν επίσης ότι απαγορεύονται οι αντιλογίες που θίγουν πολιτικά θέματα σε αντιδιαστολή προς τη διατύπωση και ανταλλαγή απόψεων σε τέτοια θέματα με διδακτική μορφή.

Αυτή φαίνεται να είναι και η χρυσή τομή του θέματος. Εξασφαλίζει την ενημέρωση των τεκτόνων σε θέματα επικαιρότητας, ή ιστορικά, όπως στην περίπτωση του παρόντος κειμένου, με τη διασφάλιση της αδελφικής σύμπνοιας. Μια ακόμα προλογική διευκρίνιση είναι απαραίτητη. Υπάρχουν θεσμοί και άτομα που έχουν φορτιστεί με ιδιαίτερο ιστορικό ή ιδεολογικό βάρος. Ελπίζω ότι οι αναγνώστες είναι σε θέση, προκειμένου για μια ιστορική αναφορά, να λησμονήσουν, ή έστω να παραμερίσουν προσωρινά, για λίγο τις εύλογες αυτές φορτίσεις.

Η παρουσία και εξέλιξη του αναρχισμού
Στο πλαίσιο του περιορισμένου χώρου θα πρέπει σε όλα τα σημεία του κειμένου να πραγματοποιήσω άλματα και μερικές γενικεύσεις ίσως ακόμα και σε βάρος της επιθυμητής πληρότητας της παρουσίασης. Ο αναρχισμός με τη σημερινή του πολιτική έννοια είναι γέννημα του 18ου αιώνα, έχει όμως τις ρίζες του στην από την αρχαιότητα ως τις παρυφές των μύθων.

Πρώτος αναρχικός μπορεί να θεωρηθεί ο Προμηθέας που έκλεψε το φως από τον Ουρανό. Ακολουθούν ο ηδονιστής Αρίστιππος, ο αντιδογματικός Γοργίας, ο κυνικός Αντισθένης, ο ατομικιστής Πρωταγόρας, ο Πλάτων με την ιδανική του Πολιτεία, ο Διογένης που απέρριψε τον πλούτο και τις δομές της τότε κοινωνίας, ο Ζήνων ο Κιτιεύς και άλλοι πολλοί.

Με ένα μεγάλο χρονικό άλμα φθάνουμε στο Φρανσουά Ραμπελέ (1494-1553) ο οποίος έγραψε ‘κάνε ό,τι επιθυμείς’. Στον Τόμας Μύντσερ (1490-1525) που έγραφε ‘Στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του και τις δυνατότητές του’ και τον Έρασμο (1469-1536) ο οποίος έγραφε στον πάπα Λέοντα Ι’ ‘Τα ελεύθερα πνεύματα θέλουν εκπαίδευση και όχι δεσμά’. Αναρχική υφή έχει και η φράση του Έρασμου ‘Έχω Καθολική ψυχή αλλά Λουθηρανικό στομάχι’ για να δικαιολογήσει γιατί δεν νήστευε.

Μετά φθάνουμε στους εγκυκλοπαιδιστές. Έγραφε ο Ντιντερό (1713-1784) ‘Ποτέ ένας άνδρας δεν πρέπει να είναι ιδιοκτησία ενός ηγέτη, ένα παιδί ιδιοκτησία ενός γονέα, ή μια γυναίκα ιδιοκτησία ενός συζύγου’. Και ο Ρουσσώ (1712-1778) ‘Οι καρποί ανήκουν σε όλους και η γη σε κανένα’.

Και φθάνουμε στο 19ο αιώνα όπου θα παραθέσω τροχάδην μερικά ονόματα και θα επανέλθω σε ορισμένους. Στους θεωρητικούς του αναρχισμού περιλαμβάνονται ο Μαξ Στίρνερ, οι αδελφοί τέκτονες Προυντόν, Μπακούνιν και Ρεκλού που υποστήριζαν τον απόλυτο ή αναρχικό σοσιαλισμό. Ο κόμης Τολστόι, απόστολος της μη-βίας και των συνειδησιακών αντιρρησιών. Ο αδελφός Ρίκο Μαλατέστα, συγγραφέας της Αναρχίας. Ο πρίγκιπας Πιότρ Κροπότκιν, συγγραφέας μεταξύ άλλων της Αναρχικής Ηθικής. Ο αδελφός Κάρολος Μαλάτο, συγγραφέας της Φιλοσοφίας της Αναρχίας και Από την Κομούνα στην Αναρχία. Ο αδελφός Κάρολος Αλμπέρ, συγγραφέας του Ελεύθερου Έρωτα. Ο αδελφός Ράινερ Χαν, συγγραφέας του βιβλίου Το έγκλημα της υπακοής. Ο αδελφός Πολ Ρομπέν, πρωτοπόρος του νεομαλθουσιανισμού και της αναρχικής εκπαίδευσης. Ο αδελφός Αύγουστος Μπλανκί, ιδρυτής του σεχταριστιικού αναρχισμού και άλλοι.

Αναρχισμός και Τεκτονισμός
Ο αδελφός Λεό Καμπιόν, γνωστός αναρχικός του περασμένου αιώνα, υποστηρίζει στο βιβλίο του Οι αναρχικοί στον Ελευθεροτεκτονισμό, ή οι αναρχικοί κρίκοι της τεκτονικής αλύσου ότι ο Τεκτονισμός είναι, αν όχι ο μοναδικός, ένας από τους ελάχιστους οργανισμούς όπου ο οπαδός της απόλυτης ελευθερίας και ο αναρχικός μπορούν να ανήκουν χωρίς να εγκαταλείψουν τις πεποιθήσεις τους.

Ο Καμπιόν αναφέρεται στη συνέχεια στους τέκτονες και στους αναρχικούς και τονίζει δύο σημεία: Όπως δεν μπορεί να κρίνει κανείς τον Τεκτονισμό από τη συμπεριφορά ορισμένων τεκτόνων, έτσι δεν πρέπει να κρίνει και τον Αναρχισμό από ορισμένους αναρχικούς.

Επισημαίνει δε ότι δεν γίνεται κανείς αναρχικός χάρη σε μια δήλωση, όπως δεν γίνεται και κάποιος τέκτονας εφόσον απλώς έχει συμμετάσχει σε κάποια τελετή μύησης. Αλλά τί δίνει στον αδελφό Καμπιόν το δικαίωμα να συνδέει τον Τεκτονισμό με την Αναρχία; Οι περισσότεροι αναρχικοί είναι έτοιμοι να συνυπογράψουν τις περισσότερες από τις Θεμελιώδεις Αρχές του τεκτονισμού και ιδιαίτερα τα ακόλουθα σημεία: ΙΙΙ. Εργάζεται αδιαλείπτως υπέρ της προόδου και της ηθικής και πνευματικής ανορθώσεως της ανθρωπότητας δια της ειρηνικής και βαθμιαίας ανυψώσεως του Ατόμου. IV Ως ύπατον αγαθόν ο ελεύθερος τέκτων θεωρεί την ελευθερίαν σκέψεως και συνειδήσεως. VI Οι Ελευθεροτέκτονες πρεσβεύουν ότι οι άνθρωποι, οιαδήποτε και αν χωρίζει αυτούς διαφορά πνευματικών ή υλικών προσόντων, καταγωγής, κοινωνικής θέσεως, εθνικότητος, φυλής, χρώματος, γλώσσης, ή θρησκείας, γεννώνται ελεύθεροι, έχοντας τα αυτά δικαιώματα.

Το μόνο πρόβλημα που μπορεί να έχουν ορισμένοι αναρχικοί στην Ελλάδα θα ήταν η αρχή περί υπάρξεως Θεού και της αθανασίας της ψυχής. Σε ορισμένες άλλες χώρες το πρόβλημα έχει ‘ξεπεραστεί’ από την ερμηνεία που έχει δοθεί στο σχετικό άρθρο των Αρχαίων Καθηκόντων. Συγκεκριμένα τα καθήκοντα αναφέρουν: ‘Ο τέκτων αν κατανοεί την Τέχνην ποτέ δεν θα είναι ένας μωρός αθεϊστής, ούτε ελευθεριάζων άθρησκος’. Η ‘ερμηνεία’ επικεντρώνεται στις λέξεις ‘μωρός’ και ‘ελευθεριάζων’ και άρα δεν αποκλείονται οι μη μωροί και οι μη ελευθεριάζοντες! Βέβαια το σημαντικό σημείο είναι η συνείδηση κάθε υποψήφιου και οι απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο της αίτησης εισδοχής και οι απαντήσεις κατά τη διάρκεια της μύησης. Στη Γαλλία, πάντως, έχει πάψει για παράδειγμα από χρόνια να αποτελεί prima faciae λόγο απόρριψης της αίτησης ενός κομμουνιστή για μύηση καθώς και αντίστροφα ενός τέκτονα από το να γίνει μέλος του κομμουνιστικού κόμματος.

Αλλά ας γυρίσουμε στον Τεκτονισμό. Ένας αναρχικός μπορεί να ολοκληρώσει την πορεία του στο Συμβολικό Τεκτονισμό και στους επιγενόμενους βαθμούς του Σκωτικού Τύπου χωρίς να αντιμετωπίσει πρόβλημα συνείδησης. Μάλιστα σε ορισμένους όρκους θα βρει σημεία που φαίνονται σαν να έχουν γραφτεί από τους μεγάλους αναρχικούς ή σοσιαλιστές συγγραφείς. Παραθέτω ένα χαρακτηριστικό κείμενο: Ουδέποτε και δια να σώσω την ζωή μου δεν θα συνθηκολογήσω και ουδέποτε θα υποταχθώ εις οιονδήποτε δεσποτισμόν υλικόν, όστις υφαρπάζει και καταχράται την κυβερνητικήν δύναμιν δια να καταθλίβει και υποδουλώνει τους ανθρώπους… ουδέ θα υποταχθώ ποτέ εις οιονδήποτε διανοητικόν δεσποτισμόν όστις δεσμεύει τας συνειδήσεις, προσδένει την ελευθέραν σκέψιν και θεωρεί ως μυσαρόν έγκλήμα τας ευσυνειδήτους πίστεις και τους ειλικρινείς και τιμίους δισταγμούς.

Το 1930 το γαλλικό αναρχικό περιοδικό Revue Anarchiste δημοσίευσε σε σειρά τευχών μια έρευνα για τις σχέσεις αναρχισμού και Τεκτονισμού. Στην έρευνα παρουσιάστηκαν απόψεις τεκτόνων αναρχικών αλλά και αναρχικών που αντιτίθεντο στον Τεκτονισμό. Αποσπώ ορισμένα από όσα δημοσιεύθηκαν. Έγραφε ο αδελφός Ρενέ Βαλφόρ: ‘Παρά το γεγονός ότι η πλειοψηφία των δημοκρατών τεκτόνων δεν πιστεύουν στη δυνατότητα δημιουργίας μιας αναρχικής πόλης αυτό δεν σημαίνει ότι είναι ασυμβίβαστη η τεκτονική ιδιότητα με τον αναρχισμό. Και οι δύο δίνουν ιδιαίτερο βάρος στην ανθρώπινη προσωπικότητα. Οι δημοκρατικές θεωρίες του Τεκτονισμού είναι αντίθετες προς τους εχθρούς της ελευθερίας και όχι σ’ αυτούς που ωθούν την ιδέα της ελευθερίας στα άκρα… Τα τεκτονικά ιδεώδη δεν αντιτίθενται σε ορισμένες μορφές αναρχισμού, ή στην ιδέα της απόλυτης ελευθερίας’.

Ο αδελφός Μαριούς Λεπάζ έγραφε: ‘Κοινωνιολογικά είμαι αναρχικός. Φιλοσοφικά είμαι τέκτονας’. Και ο ίδιος υπεραμυνόμενος των τεκτόνων έγραφε: ‘Υπάρχουν τρία είδη τεκτόνων οι αριβίστες, οι ανόητοι και οι ειλικρινείς. Ο Τεκτονισμός, όμως, είναι ένας’. Και τέλειωνε: ‘Ο Τεκτονισμός εργάζεται στο ιδεολογικό επίπεδο, η αναρχία εργάζεται στο κοινωνικό και ηθικό επίπεδο’.

Σε ένα άλλο σημείο ο Λεό Καμπιόν γράφει: ‘Ο τσαρισμός, ο φασισμός, ο σταλινισμός, ο χιτλερισμός, ο φρανκισμός, ο πεταινισμός, ο νασερισμός, οι λαϊκές δημοκρατίες, ο αφρικανικός εθνικισμός και συχνά η Εκκλησία έχουν έναν κοινό εχθρό τον Τεκτονισμό. Ο Τεκτονισμός είναι μια οργάνωση ελεύθερης σκέψης και η ελευθερία σκέψης καταδιώκεται από τους φανατικούς, τους μισαλλόδοξους και τους δικτάτορες. Όπου καταδιώκεται ο Τεκτονισμός καταδιώκονται και οι αναρχικοί’.

Ο αδελφός Ανρί Λαφονταίν επισημαίνει ότι στις Στοές προετοιμάστηκαν οι μεγάλες επαναστάσεις. Φυσικά δεν εννοεί μέσα στις Στοές, αλλά ότι εκεί δημιουργήθηκαν οι κατάλληλες συνθήκες ώστε τα συγκεκριμένα άτομα να ηγηθούν επαναστάσεων στην ιδιωτική τους δραστηριότητα.

Πορτρέτα τεκτόνων αναρχικών
Ας δούμε λίγα παραπάνω στοιχεία για ορισμένους αδελφούς που είναι περισσότερο γνωστοί από την αναρχική παρά από την τεκτονική τους ιδιότητα. Πιέρ Ζοζέφ Προυντόν. Μυήθηκε στις 8.1.1847 στη Στοά Sincιritι Parfaite Union et Constant Amitiι Rιunies στην Ανατολή Μπεζανσόν της Γαλλίας. Σε συνεδρίαση της Στοάς το 1926, ο ρήτοράς της αναφερόμενος στον Προυντόν είπε: ‘Δεν γνωρίζουμε τους λόγους που έκαναν κάποιον να πει για τον Προυντόν. «Σεβόταν ιδιαίτερα την προσωπικότητά του ώστε να μη συμμετέχει σε οποιαδήποτε οργάνωση». Μπορούμε να υποθέσουμε λοιπόν ότι ο φίλος των δυστυχούντων, ο υπέρμαχος των ιδανικών και της δικαιοσύνης, ο ερευνητής της αλήθειας και του κάλλους, γνώριζε ότι εισερχόμενος στον Τεκτονισμό δεν απαλλοτρίωνε την προσωπικότητά του και ότι παρέμεινε, όπως όλοι μας ο εαυτός του’.

Σχετικά με τη μύηση του αδελφού Προυντόν αναφέρεται η ακόλουθη λεπτομέρεια καταγραμμένη από τον ίδιο στα απομνημονεύματά του (De la Justice dans la Revolution et dans l’Ιglise). Στο Διασκεπτήριο έδωσε τις ακόλουθες απαντήσεις στα ερωτήματα: Ποίο τοκαθήκον προς τους ομοίους σου; Δικαιοσύνη σε όλους τους ανθρώπους. Ποίο το καθήκον προς την Πατρίδα; Αφοσίωση. Ποίο το καθήκον προς τον Θεόν; Ο πόλεμος!

Ο αδελφός Alec Mellor σχολίασε σχετικά: ‘Αυτό που τόνισε ο αδελφός Προυντόν με τόσο έντονο τρόπο δεν ήταν αθεϊσμός με τη συνήθη έννοια της λέξης, αλλά αντιθεϊσμός σύμφωνα με τη φιλοσοφία του’. Ο Προυντόν μπήκε στη Στοά με το κάλυμμα των ματιών και επακολούθησε έντονη συζήτηση για την απάντησή του. Μετά το τέλος της συζήτησης η Στοά αποφάσισε την αποδοχή του και συνεχίστηκε η μύηση. Την προσφώνηση των νεομύητων έκανε ο εξάδελφός του Μελχιόρ Προυντόν. Ο Προυντόν παρέμεινε μαθητής. Έγραφε σχετικά σε ένα γράμμα του το 1861: ‘Έχω μόνο το βαθμό του μαθητή γιατί οι αναταραχές της ζωής μου (αναφέρεται στις συνεχείς φυλακίσεις και εξορίες του) δεν μου επέτρεψαν να προχωρήσω στη Στοά. Έχω όμως ακόμα την κατήχηση του βαθμού’. Ο αδελφός Προυντόν μετέστη στην Αιώνια Ανατολή στις 19.12.1864.

Μιχαήλ Μπακούνιν. Γεννήθηκε στις 8.5.1814. Ο πατέρας του ήταν τέκτονας και επί πλέον ανέφερε με υπερηφάνεια ότι συμμετείχε στην κατάληψη της Βαστίλης. Ήταν αγωνιστικός αγκιτάτορας και θεωρητικός του αναρχισμού. Η ζωή του κινήθηκε από χαράκωμα σε χαράκωμα και από φυλακή σε εξορία. Μυήθηκε το 1845. Όταν βρισκόταν το 1864 στο Τορίνο και φοιτούσε στη Στοά Il Progresso Sociale κατείχε τον 30ο που του απένειμε ο Γκαριμπάλντι. Στη Στοά είχε κάνει ομιλίες για τον αναρχισμό και είχε γράψει και μία κατήχηση του σύγχρονου Ελευθεροτεκτονισμού. Πολιτικά ενώ συμμετείχε με τον Μαρξ το 1864 στην Πρώτη Διεθνή, δεν δεχόταν τον αυταρχισμό του μαρξισμού και ίδρυσε τη δική του αναρχική ομοσπονδία τη Federation Jurassienne. Ο αδελφός Μπακούνιν μετέστη στην Αιώνια Ανατολή το 1876.

Ρεκλού. Η οικογένεια Ρεκλού έβγαλε τρία αδέλφια και έναν ανεψιό τέκτονες και αναρχικούς. Αλλά και ο πατέρας τους ήταν τέκτονας χωρίς να είναι αναρχικός. Ο αδελφός Ηλίας Ρεκλού (1827-1904) συνεργάστηκε στο αναρχικό περιοδικό La Revolte και ήταν ακρεοφάγος (έτρωγε κρέας μόνο στα επίσημα γεύματα). Ο αδελφός Ελισαίος Ρεκλού (1830-1905) έγραψε διάφορα αναρχικά βιβλία και πρόλογο σε βιβλίο του Κροπότκιν. Το 1894 έκανε ομιλία περί αναρχισμού στη Στοά Les Amis Philanthropes στις Βρυξέλες. Οι αδελφοί Ρεκλού ήσαν μέλη της Στοάς Les Elus d’Hiram στο Παρίσι.

Σεβαστιανός Φωρ. Ο αδελφός Φωρ γεννήθηκε στις 6.1.1853. Το 1888 έγινε τέκτονας και την ίδια περίοδο εγκατέλειψε τις άλλες του πολιτικές απασχολήσεις και συνταυτίστηκε με το Μπακούνιν και τους αδελφούς Ρεκλού. Νυμφεύθηκε και χώρισε γρήγορα γιατί οι συγγενείς της γυναίκας του είχαν ενοχληθεί που παντρεύτηκε αναρχικό, τέκτονα και ελευθερόφρονα. Η σύζυγός του όμως συνέχισε να τον παρακολουθεί σε όλες του τις μετακινήσεις και τελικά έζησαν μαζί τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Από τον Τεκτονισμό αποχώρησε το 1914 μαζί με άλλους αναρχικούς. Η διαφωνία του συνίστατο στο γεγονός ότι ο γαλλικός Τεκτονισμός είχε πάρει θετική θέση για την συμμετοχή της χώρας στον πόλεμο. Ο αδελφός Φωρ μετέστη στην Αιώνια Ανατολή στις 11.7.1942.

Μπορώ να συνεχίσω σε πολλές σελίδες αναφέροντας αναρχικούς τέκτονες και περιστατικά από την τεκτονική και αναρχική ζωή τους. Θα περιοριστώ σε ένα ενδιαφέρον περιστατικό που αφορά στον αδελφό Βλαδίμηρο Ουλιάνοφ ο οποίος, όμως, δεν ήταν αναρχικός. Ο Ουλιάνοφ ήταν μέλος της Στοάς L’Union de Belleville στο Παρίσι και τα οικονομικά του ήταν πάντα περιορισμένα. Ένα βράδι ζήτησε δανεικά από τον αδελφό Montehus ο οποίος του είπε: ‘Είσαι άτυχος Βλαδίμηρε γιατί μου ζητάς δανεικά το βράδι οπότε σε έχουν προλάβει άλλοι’. Αντιμετωπίζοντας όμως την απογοήτευση του Ουλιάνοφ έβγαλε από την τσέπη το ρολόι του και του το έδωσε λέγοντας: ‘Δώστο στο ενεχυροδανειστήριο και θα βολευτείς’.

Πολλά χρόνια μετά και ενώ είχε ξεχάσει το περιστατικό, ο αδελφός Montehus έλαβε εκ μέρους του Προέδρου του Κ.Σ. της Ε.Σ.Σ.Δ. ένα θαυμάσιο χρυσό ρολόι για να αντικαταστήσει αυτό που είχε παραμείνει στο ενεχυροδανειστήριο. Ο αδελφός Ουλιάνοφ ήταν τότε γνωστότερος με το ψευδώνυμο Λένιν. Αυτό που δεν είναι γνωστό είναι αν το ρολόι είχε τριγωνικό σχήμα όπως συνηθιζόταν για τα ρολόγια τσέπης των τεκτόνων εκείνην την εποχή.

Στην Ισπανία ιδρύθηκε το 1910 η Confederacion Nacional del Trabajo και το 1927 η Federacion Anarquista Iberica. Και στις δύο αυτές αναρχικές οργανώσεις, που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη προ-φρανκική περίοδο, πολλά από τα ιδρυτικά μέλη ήσαν τέκτονες. Δύο μάλιστα από αυτούς οι Vincente Ballester και ο Sanchez Rosa τυφεκίστηκαν από τους φρανκιστές.

Αναρχικοί στην Ελλάδα
Ας έλθουμε τώρα σε λίγο πιο επικίνδυνο έδαφος. Όπως είναι γνωστό οι δονήσεις είναι ισχυρότερες όσο πιο κοντά βρισκόμαστε στο επίκεντρο. Έτσι ως τώρα μπορούσαμε να αντιπαρέλθουμε τους Γάλλους, Ιταλούς, Βρετανούς, Ρώσους, Γερμανούς και Ισπανούς αναρχικούς. Τι γινόταν την ίδια περίπου περίοδο στην Ελλάδα;

Δανείζομαι στοιχεία από βιβλίο του Μιχάλη Δημητρίου. Ο Δημητρίου επισημαίνει ότι σε πολλές περιοχές της Ελλάδας γνώρισαν έξαρση οι αναρχικές ιδέες την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα. Οι βασικές τάσεις ήσαν τέσσερις: αναρχοσυνδικαλισμός, αγροτικός αναρχισμός, χριστιανοαναρχισμός και η ατομική τρομοκρατία. Σε άλλο σημείο επισημαίνει ότι στην περίοδο 1893-95 υπήρχαν δέκα περίπου σοσιαλιστικές, αναρχικές και ουτοπιστικές τάσεις και επισημαίνει δύο που μας ενδιαφέρουν ιδιαίτερα:

Οι σοσιαλπατριώτες που ζητούν την εξέγερση των υπόδουλων Ελλήνων, τους οποίους καταπιέζει και εκμεταλλεύεται ο τούρκος δυνάστης. Εκδίδουν την επίσης βραχύβια εφημερίδα ‘Νέος Σοσιαλισμός’ στην οποία στεγάζονται και αναρχίζοντες όπως ο Σπύρος Νάγος.Οι θεοσοφιστές και ουτοπιστές οπαδοί του Δρακούλη, που όταν αποχωρήσουν από το Σύλλογο θα εκδόσουν μαζί με άλλους αντιηγετικούς αναρχίζοντες την εφημερίδα ‘Σοσιαλιστικός Σύλλογος’.

Στο βιβλίο υπάρχει μια δεκάδα αναφορών και στο βουλευτή και δικηγόρο Ρόκκο Χοϊδά θεωρούμενο ως αναρχοσοσιαλιστή και υποστηρικτή και με τις δύο ιδιότητές του, των διαφόρων διωκόμενων αναρχικών της εποχής. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη έμφαση σε αυτά τα τρία ονόματα. Και οι τρεις ήσαν αδελφοί τέκτονες και μάλιστα προς τιμήν του αδελφού Σπύρου Νάγου λειτουργεί από το 1949 και η ομώνυμη Στοά στην Αν Αθηνών.

Έρευνα στις ελάχιστες διασωζόμενες πηγές μελών του Τάγματος εκείνης της περιόδου ενδεχομένως να εντοπίσει και άλλα ονόματα τεκτόνων αναρχικών ή σοσιαλιστών. Δυστυχώς τα περισσότερα αρχεία έχουν καταστραφεί στις διάφορες περιπέτειες της χώρας και του τάγματος και ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Παράλληλα, όπως αναφέρθηκε και εισαγωγικά, η παρούσα εργασία δεν αποσκοπεί στο να αποτελέσει την πλήρη και οριστική παρουσίαση του θέματος, αλλά να επισημάνει δειγματοληπτικά. Ας δούμε μερικά συνοπτικά βιογραφικά για τους τρεις που αναφέρθηκαν.

Ο αδελφός Πλάτων Δρακούλης γεννήθηκε το 1858 και μετέστη στην Α Α το 1932. Μυήθηκε στη Σ Στ Πυθαγόρας στις 10.12.1883. Ήταν συχνός ομιλητής στη Στοά και δημοσιεύτηκαν και μεταφράσεις του τεκτονικών κειμένων στο περιοδικό Πυθαγόρας, το οποίο ίδρυσε η Στοά, στον τόμο του 1884. Μετέφρασε στα ελληνικά βιβλία του Κροπότκιν και το 1885 εξέδωσε την εφημερίδα Άρδην (Μηνιαίον φύλλον των ανθρωπίνων συμφερόντων). Ηγήθηκε του αναρχοσυνδικαλισμού και είναι γνωστός και από τις υγιεινιστικές του θεωρίες. Είχε στενή σχέση με τη ‘Σοσιαλιστική Αναρχική Επαναστατική Προπαγάνδα’ που λειτουργούσε στο Λονδίνο. Στην Αγγλία πέρασε πολλά χρόνια της ζωής του ως καθηγητής ελληνικών στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

Ο αδελφός Σπύρος Νάγος γεννήθηκε στις 13.8.1869 και μετέστη στην Α Α στις 4.9.1933. Εκτός από το περιοδικό που αναφέρθηκε παραπάνω συνεργάστηκε και με τον Δρακούλη στο Άρδην. Όταν ο Δρακούλης αναχώρησε στην Αγγλία, ο αδ Νάγος εγκατέλειψε το συνδικαλισμό. Το 1904 μυήθηκε στην τότε Στοά Μαραθών. Το 1905, αν και ήταν νέος ακόμα τέκτονας, ηγήθηκε κίνησης αδελφών που αποχώρησαν από τη Στοά Μαραθών γιατί διαφωνούσαν στην εκτίμηση των εθνικών θεμάτων. Οι αποχωρήσαντες ίδρυσαν τη Σ Στ. Προμηθεύς και ο αδ Νάγος ήταν ο πρώτος Σεβάσμιος. Ο αδ Νάγος διατέλεσε μέλος του Συμβουλίου της Μεγάλης Στοάς της Ελλάδος και τακτικό μέλος του Υπάτου Συμβουλίου του 33ο.

Ο αδελφός Ρόκκος Χοϊδάς γεννήθηκε το 1830 και μετέστη στην Α Α το 1890. Δεν μπόρεσα να εντοπίσω πότε και πού ακριβώς μυήθηκε ο αδ Χοϊδάς. Το 1881 ήταν πρόεδρος του παραρτήματος Πατρών του τεκτονογενούς σωματείου ‘Ρήγας Φεραίος’ και όταν ιδρύθηκε η Στοά Πυθαγόρας φέρεται ότι αποτέλεσε μέλος της. Εικάζεται ότι θα πρέπει να είχε μυηθεί στη Στοά Αρχιμήδης η οποία λειτουργούσε στην Πάτρα. Ο αδελφός Χοϊδάς ήταν οπαδός των θεωριών του Σαιν Σιμόν, σαινσιμονιστής όπως αποκαλούνταν.

Επίλογος και συμπεράσματα
Όπως όταν αναφερόμουνα στους αλλοδαπούς αναρχικούς περιέλαβα και ένα ημιάσχετο επεισόδιο με τον Λένιν, έτσι θα κλείσω και αυτό το μέρος με μια αντίστοιχα μη άμεσα συνδεόμενη πληροφορία.

Ένας περίφημος φιλόσοφος και λογοτέχνης είναι ο αδελφός τέκτονας Νίκος Καρβούνης οποίος γεννήθηκε στην Ιθάκη το 1880 και μετέστη στην Αιώνια  Ανατολή το 1947. Ο αδ Καρβούνης συνδέθηκε στενά με τη Θεοσοφική Εταιρεία Ελλάδος και τη Μεγάλη Ανατολή της Ελλάδος (όπως ονομαζόταν πριν τον Πόλεμο η Μεγάλη Στοά). Σημαντικός γενικά συγγραφέας δημοσίευσε και ανακοίνωσε πολλά σημαντικά κείμενα σχετικά με τη Θεοσοφία και τον Τεκτονισμό. Διετέλεσε μέλος της εκδοτικής ομάδας του επίσημου τεκτονικού περιοδικού και το 1931 ήταν Μεγάλος Στεγαστής της Μεγάλης Ανατολής.

Μετά την έναρξη του Πολέμου έλαβε μέρος στην Αντίσταση στις γραμμές του ΕΑΜ έγραψε μάλιστα και το γνωστό εμβατήριο ‘Βροντάει ο Όλυμπος’. Στα χρόνια του Πολέμου και μετά τη λήξη του είχε διαρρήξει όλους τους δεσμούς του με τον Τεκτονισμό και τη Θεοσοφία.

Απηχώντας το ερώτημα που τέθηκε από έναν αδελφό όταν το παρόν κείμενο εκφωνήθηκε για πρώτη φορά: Άραγε ο Καρβούνης απομακρύνθηκε από τον Τεκτονισμό ή ο Τεκτονισμός απομακρύνθηκε από τον Καρβούνη; Τυχόν προσπάθεια απάντησης του ερωτήματος και κάθε πρόσθετη προσπάθεια για εξαγωγή συμπερασμάτων πραγματικά θα μπορούσε να εκληφθεί ως πρόκληση ερεθιστικής συζήτησης. Θέλω απλώς να ολοκληρώσω με μια ρήση του Τερέντιου και να παραφράσω μια άλλη ρήση του ίδιου. ‘Quod homines tot sentetiae’ (Όσοι οι άνθρωποι τόσες και οι απόψεις). Και η παράφραση: ‘Είμαι τέκτονας και ουδέν το ανθρώπινο θεωρώ ξένο’.

 

Βιβλιογραφία:
Αλεξανδρόπουλος, Α. Π. ‘Ηθική πολιτική’, Πυθαγόρας τ. Β΄, τ. Δ΄, Απρίλιος 1924 σσ. 481-484. Campion, Léo Les anarchistes dans la F M ou les maillons libertaires de la chaîne d’union, Marseille 1969. Δημητρίου, Μιχάλης Το Ελληνικό Σοσιαλιστικό Κίνημα, Πλέθρον Αθήνα 1985. Mellor, Alec Dictionnaire de la Franc-maçonnerie et des Franc-maçons, Paris 1971 σ. 302. Νάγος, Σπυρίδων ‘Η πολιτική της ελευθέρας τεκτονικής’, Πυθαγόρας τ. Β΄, τ. Γ΄, Μάρτιος 1924 σσ. 425-430 και Preston, William Illustrations of Masonry, London 1821 σ. 290. Πυθαγόρας, Στοά Λεύκωμα επί τη πεντηκονταετηρίδι της Σ Στ Πυθαγόρου (1881-1931), Αθήνα 1931.Revue Anarchiste τεύχη 8-11, Ιούλιος-Οκτώβριος 1930).
(Πρώτη ανακοίνωση Εταιρίας Φιλικών 1988. Πρώτη δημοσίευση Τεκτονικό Δελτίο Πυθαγόρας Τόμος Ζ΄, τ. 29, σσ. 336-347, 1989)

Oswald Wirth

Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2009

Ο Joseph Paul Oswald Wirth (Ιωσήφ Παύλος Όσβαλντ Βιρτ) γεννήθηκε στις 5 Αυγούστου του 1863 στη μικρή πόλη Brienz της Ελβετίας, από πατέρα δημοκρατικό και μητέρα βαθιά θρησκευόμενη καθολική. Από τα τρία αδέλφια του τα δύο πέθαναν σε πολύ μικρή ηλικία, ο δε μεγαλύτερος αδελφός του Edward σκοτώθηκε στο πεδίο της μάχης το 1894. Δεν γνωρίζουμε πολλά για την παιδική και νεανική του ηλικία, παρά μόνον ότι σε ηλικία 19 ετών, στις 13 Νοεμβρίου του 1982, κατατάσσεται στο 106ο Σύνταγμα Πεζικού για να εκπληρώσει τη στρατιωτική του θητεία. Γράφει: «… πλήττω τρομερά σε αυτό το περιβάλλον όπου η διανόηση έχει εξοστρακισθεί … Για να γλυτώσω δεν έχω παρά μόνον μία λύση: να γίνω ελευθεροτέκτων».

Πράγματι, μυείται στον Τεκτονισμό προτού ακόμα κλείσει τα 21 του χρόνια, στις 26 Ιανουαρίου του 1884, στη Στοά La Bienfaisance Châlonnaise της Μεγάλης Ανατολής της Γαλλίας (Grand Orient), στην πόλη Châlons-sur-Marne όπου εδρεύει το Σύνταγμά του. Έχει την τύχη να βρει στην μικρή αυτή επαρχιακή Στοά ικανούς διδασκάλους, από τους οποίους μαθαίνει πολλά για τον μυστικισμό, την υψηλή μαγεία και τον αποκρυφισμό.

Μετά το τέλος της στρατιωτικής του θητείας και, συγκεκριμένα, το έτος 1886 θα εγκατασταθεί μόνιμα στο Παρίσι για να εργασθεί στην αρχή ως δημόσιος υπάλληλος και μετά ως υπουργικός βιβλιοθηκάριος στο Υπουργείο Οικονομικών. Την ίδια χρονιά θα υιοθετηθεί από τη Στοά Amis Triomphants της Μεγάλης Ανατολής. Την εποχή εκείνη ασχολείται με τον μαγνητισμό και την αστρολογία και το ίδιο έτος γνωρίζει τον Stanislas de Guaita, τον αδιαμφισβήτητο διδάσκαλο του νέου ρεύματος του αποκρυφισμού και ιδρυτή του Ροδοσταυρικού Καββαλιστικού Τάγματος (Ordre Kabbalistique de la Rose-Croix). Στο ίδιο Τάγμα συμμετέχουν και οι Paul Adam, Joseph Péladan και Papus. Σύντομα, αναλαμβάνει χρέη γραμματέα του de Guaita, αποκτά δε ενεργό ρόλο στο Ύπατο Συμβούλιο του Τάγματος.

Γράφει ο Wirth για τη γνωριμία του με τον de Guaita: (…) η αρχή της σχέσης μου με τον Stanislas de Guaita υπήρξε για μένα εξαιρετικά σημαντικό γεγονός. Έγινα ο φίλος του, ο γραμματέας του, ο συνεργάτης του. Η βιβλιοθήκη του ήταν πάντα στη διάθεσή μου και o ίδιος έγινε για μένα ο δάσκαλός μου στην Καββαλά, στη μεταφυσική, αλλά και στην ίδια τη γαλλική γλώσσα. Ο de Guaita ανέλαβε να μου αναμορφώσει τον τρόπο ζωής, να με προετοιμάσει φιλοσοφικά, να με μάθει ακόμα και να γράφω ευανάγνωστα (από την αφιέρωση του έργου «Le Taro des imagiers de Moyen Âge»).

Το έτος 1887, παρακινούμενος από έναν παλαιό σύντροφο και αδελφό, τον Ferdinand Baudel, συμμετέχει στις εργασίες της Στοάς Travail et Vrais Amis Fidéles υπό τη Μεγάλη Συμβολική Στοά του Σκωτικού Τύπου της Γαλλίας (Grand Loge Symbolique Ecossaise) της οποίας αναλαμβάνει την πρώτη σφύρα το έτος 1890. Εν συνεχεία, συμμετέχει ως ιδρυτικό μέλος στη δημιουργία της Μεγάλης Στοάς της Γαλλίας (Grande Loge de France) στην οποία θα μείνει πιστός μέχρι τον θάνατό του.

Το 1889, με την έκδοση ενός μανιφέστου υπό την αιγίδα του Τεκτονικού Ομίλου Μυητικών Μελετών (Groupe Maconnique dEtudes Initiatiques) στον οποίον συμμετείχαν τέκτονες από όλες τις τότε υπάρχουσες γαλλικές δικαιοδοσίες, θα διακηρύξει με σαφήνεια την αντίθεσή του για την κρατούσα ερμηνεία του τεκτονικού συμβολισμού. Η συγκεκριμένη ομάδα θέτει ως σκοπό την αναδιοργάνωση του γαλλικού Τεκτονισμού «μέσα από τη μείζονα πρακτική της μυήσεως», «τη διάνοιξη μιας οδού αμοιβαίων σχέσεων με τον αγγλο-σαξωνικό Τεκτονισμό», καθώς και την «ανάδειξη του μυητικού συμβολισμού ως συνδέσμου μεταξύ των τεκτόνων και της θύραθεν κοινωνίας, προκειμένου ο Τεκτονισμός να εκπληρώσει διά των μελών του τα ύψιστα δημοκρατικά του καθήκοντα».

Ο Wirth, έτσι, αποσκοπεί στην διαφοροποίηση της παραδοσιακής αντίληψης και τη εγκαθίδρυση μιας διττής προσέγγισης για τους τέκτονες: εις βάθος εκπαίδευση των μυημένων στη Βασιλική Τέχνη και ταυτόχρονη βελτίωση της κοινωνίας. Ο Όμιλος θα εκδώσει και το πρώτο έργο του Wirth με τίτλο «Ερμηνευτικό Τυπικό για τον Βαθμό του Μαθητού» («Rituel interprétatif pour le grade d’ apprenti»), το οποίο θα αποτελέσει το πρόπλασμα για την έκδοση του «Βιβλίου του Μαθητού» («Livre de l’ apprenti») to 1893. Θα ακολουθήσουν, μεταξύ πολλών άλλων, τα βιβλία του: «Τα Ταρώ» («Les Tarots») (1911), «Το Βιβλίο του Εταίρου» («Le Livre du compagnon») (1912), «Το Βιβλίο του Διδασκάλου» («Le Livre du maître») (1922), «Τα Μυστήρια της Βασιλικής Τέχνης» («Les Mystères de l’ Art Royal») (1932), «Ο Αστρολογικός Συμβολισμός» («Le Symbolisme astrologique») (1938). Πλείστα είναι και τα άρθρα που θα δημοσιεύσει στις επιθεωρήσεις «L’ Acacia», «La Lumiere», καθώς και στο περιοδικό «Le Symbolisme», το οποίο εκδίδει ανελλιπώς από το 1912 έως τον θάνατό του ως επίσημο όργανο της «Παγκόσμιας Κινήσεως για την Αναγέννηση της Μυητικής και της Ελευθέρας Τεκτονικής».

Το 1904 θα μυηθεί στον 4ο βαθμό του Αρχαίου και Αποδεδεγμένου Σκωτικού Τύπου (Α.Α.Σ.Τ.) και παρ’ όλο που ποτέ δεν ένιωσε ιδιαίτερη έλξη για τους λεγόμενους «ανώτερους» βαθμούς, θα συνεχίσει στον Σκωτικό Τύπο και, τελικώς, θα ανυψωθεί στον 33ο και τελευταίο βαθμό του Α.Α.Σ.Τ. το έτος 1935, παραμένοντας μέλος του Υπάτου Συμβουλίου του Α.Α.Σ.Τ. της Γαλλίας μέχρι τον θάνατό του. Τα χρόνια αυτά, η μητρική γνώση της γερμανικής γλώσσας τον ωθεί να εργασθεί για την προσέγγιση των γαλλικών και γερμανικών τεκτονικών δυνάμεων, παρά τη συγκυρία της πολιτικής έντασης και των υπαρχουσών πολεμικών συγκρούσεων.

Ο Wirth, από τις πρώτες κιόλας παρεμβάσεις που θα κάνει στα τεκτονικά ειωθότα με τα έργα του, θα τονίσει την πνευματικότητα του Τεκτονισμού, η οποία πρέπει να συνδυασθεί με την ενδιάθετη προοδευτικότητά του ως θεσμού, αλλά και την ανάγκη υποστήριξης και ανάπτυξης των μικτών ταγμάτων. Θα αντιταχθεί, ταυτόχρονα, στις δικαιοδοσίες που υιοθετούν πολιτικές θέσεις και υποθάλπουν πολιτικά κινήματα και θα καλέσει τους τέκτονες να μην συγχέουν το τεκταινόμενα εντός του Ναού με την ανάγκη ικανοποίησης της πολιτικής τους φύσης ως κοινωνικά όντα, χωρίς όμως να αποκλείει την ανάγκη εργασίας και προς αυτήν την κατεύθυνση.

Για τον Wirth «ο τεκτονικός Ναός είναι προορισμένος από τη φύση του να προφυλάσσει υπό τον έναστρο θόλο του ολόκληρη την Ανθρωπότητα». Διά τούτο, κάθε Μεγάλη Στοά οφείλει να εκτελεί τα τυπικά της «υπό τον γνώμονα της διάνοιας και της λογικής», προκειμένου να «παιδεύσει σκεπτόμενους τέκτονες και να εξασφαλίσει το μέλλον της Δημοκρατίας». Σε περίπτωση που από κάποια τεκτονική δικαιοδοσία λείπει η επιθυμητή αριθμητική ποσότητα όσον αφορά στα εγγεγραμμένα μέλη, «οφείλεται η απόδοση προτεραιότητας στην ποιότητα».

Αυτή η, κατ’ αρχήν, ελιτίστικη στη βάση της αρχή δεν δημιούργησε παρά μόνον έναν μικρό απόηχο, με την πάροδο όμως των ετών οι απόψεις αυτές θα υιοθετηθούν ως αντίληψη μιας μεγάλης μερίδας τεκτόνων, ανεξαρτήτως φιλοσοφικής μεθόδου εργασίας ή κανονικότητας.

Ο Wirth επεδίωξε την προσέγγιση των συμβόλων των τεκτονικών τύπων με γνώμονα την καββαλιστική ερμηνευτική, τον ερμητισμό, τον αποκρυφισμό και τη μυητική παράδοση των αρχαίων μυστηρίων. Για τον Wirth κάθε βαθμός «θέτει τον τέκτονα σε μια μυητική οδό, προκειμένου να τον καταστήσει άνθρωπο σκεπτόμενο και συνετό». Οι καθαρμοί στους οποίους τελετουργικά υπόκειται ο Μαθητής τού επιτρέπουν να ατενίσει το Φως, στον δε βαθμό του Εταίρου ο τέκτων μαθαίνει να πράττει σύμφωνα με τον ορθό Λόγο, εμποτισμένος εξ ολοκλήρου από το φως της Γνώσης. Στον βαθμό, τέλος, του Διδασκάλου ο τέκτων καθίσταται εστία φωτός, «μύστης τέλειος» ή, όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Wirth, «τέκνο του Ανθρώπου του Ευαγγελίου». Συνακόλουθα, η εργασία της τελειοποίησης στον Τεκτονισμό «αναπαριστάται όπως το μεγάλο έργο των ερμητικών φιλοσόφων».

Καθ’ όλη τη διάρκεια του βίου του ο Wirth αρνείται να προσδώσει έναν δογματικό ορισμό στην έννοια του Μεγάλου Αρχιτέκτονα του Σύμπαντος, τον οποίο θεωρεί ως τον «κλειδόλιθο» του τεκτονικού οικοδομήματος και όχι ως μία αφηρημένη έννοια ή ένα αντικείμενο λατρευτικής παράδοσης ή «πνευματικής επιτήδευσης». Επίσης, καθ’ όλη τη μακρά τεκτονική του πορεία υπήρξε αντίθετος σε κάθε μορφή «τεκτονικής ορθοδοξίας», όπως είχε χαρακτηρίσει την οικεία φιλοσοφική προσέγγιση μισό αιώνα πριν από αυτόν ο Ragon, προσβλέποντας στην πνευματικότητα του Τεκτονισμού, «η οποία αψηφά κάθε κριτική».

Ο Wirth μετέστη εις Αιωνία Ανατολή στις 9 Μαρτίου του 1943 στην Mouterre –sur- Bourde και ετάφη στο μικρό κοιμητήριο της πόλης. Σήμερα, μολονότι για πολλούς συγγραφείς το έργο του θεωρείται απαρχαιωμένο και ασύμβατο με την παγκόσμια εικόνα του «σύγχρονου» Ελευθεροτεκτονισμού, παραμένει -όπως και το έργο του Guénon ή του Plantagenêt- γνώμονας αρχετυπικής, αλλά και διά βίου, ερμηνευτικής προσέγγισης της Βασιλικής Τέχνης για χιλιάδες τέκτονες. Τα λόγια του παραμένουν επίκαιρα και ιδίως αληθινά:

«…υπάρχει ένας εξωτερικός Τεκτονισμός, για τον οποίο δεν είμαστε υπεύθυνοι … Στη δική μας ευθύνη ανήκει η προσπάθεια να καλλιεργήσουμε στον εσώτερο εαυτό μας το αγνό τεκτονικό ιδεώδες. Καθένας από εμάς ας εργασθεί για τον σκοπό αυτό και το Μεγάλο Έργο θα εκπληρωθεί».

Victor Horta: Architect, Freemason and Visionary

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2009

by Katy Hounsell-Robert

image

The exit from the Gare Midi in Brussels leads straight out into the wide square named after Baron Victor Pierre Horta. Further along, in the rue Americaine, is Musée Horta and you cannot go far in Brussels without encountering places and buildings bearing his name, and sporting the romantic curves and classical proportions of Art Nouveau, with which he is associated. He was undoubtedly one of the most famous 19th century architects and skilled lecturers in architecture, but perhaps it is less well known that he initially drew much of his inspiration from his dedication to Freemasonry.

This ambitious perfectionist was born in Ghent on 6 January 1861. He was initially attracted to music as a career, but soon found he was more interested in art and design, and decided instead to study architecture. He had the good fortune to become an assistant to Alphonse Balat, Architect to the King and lecturer at L’Université Libre de Bruxelles, who led him to expect the highest standards of himself, in realising his own potential.

In the 1880s, partly in coming to terms with the reality of the new independent state of Belgium with its new boundaries, and partly because of the enormous power of the established Roman Catholic Church, Belgian architecture and artistic design became embedded in nostalgia, harking back to the days when Flanders was a wealthy power. Only Neo-Gothic or Flemish renaissance designs were used, and no reputable craftsman would think of using new materials like steel or glass.

Furthermore, only the nobility and the rich were thought worthy and able to appreciate beautiful houses and gardens and to have elegant ornaments, and even they were discouraged from using anything outside the old-fashioned designs. Horta, inspired by the astounding British Crystal Palace master-minded by Queen Victoria’s Consort, Prince Albert, and influenced by the French impressionists, was one of many designers who wanted to use new shapes, colours and materials, and also to give the less privileged the chance to enjoy public places that were beautiful and uplifting as well as serving their intended purpose.

ART AND FREEMASONRY

With Horta’s high ideals and youthful desire to express his creative ideas, it was natural that he should join forces with other young men with similar ideals, among them Autrique, Tassel, Charbo and Lefebure. They all belonged to “Les Amis Philanthropes”, one of the most liberal and politically powerful lodges in Belgium, No. 5, in the Grand Orient.

  They invited him to join and his first meeting in the lodge, in rue du Persil next to Place des Martyrs, thrilled him. He found in it a movement of like minds and uplifting ideals as he later wrote in his memoirs: ‘Great returns from a small investment, especially since a meeting of Masons wasn’t an architectural association!   

But it was a respite for the spirits, an excitation of one’s energies . . . Just as there are those born to be in government, there are those who are moulded in the “dough” of opposition: I was one of the latter politically, aesthetically, in my sentiments. By nature, without flattering ourselves, we all were. In this closed circle, with its views about the infinity of knowledge, there could only be amicable understanding; what pleased one pleased the others.’

He was initiated on 31 December 1888 and was passed to the second degree in December 1889. His close friends in his lodge thought so highly of his skills that they tried to persuade the Academic Council to appoint him to a vacant post as a lecturer at L’Université Libre de Bruxelles. This had been founded in 1834 by the “Esperance” masonic lodge, under the leadership of the famous Belgian painter and engraver Fernand Verhaegen, as an alternative to the Catholic Universities such as Louvain, and was based on masonic principles, where the curriculum supported ‘freedom of conscience . . . rejecting all principles of authority in philosophical, intellectual and moral matters.’

This incensed the Catholic bishops so much that they condemned all masonic lodges in 1838, which led to them all combining to form the first Liberal Party, “Alliance Liberale”. Article 135 decreed by the Grand Orient in 1833 forbade political and religious discussion in the lodges. From 1854 to 1866 this was repealed, and even after it was reinstated lodges got round it by regrouping outside official meetings.

As well as Horta’s friends, Alphonse Balat, his teacher, also approached the president of the University, Emile de Mot, a high ranking mason. However De Mot disapproved of “preferential treatment for Masons” and nearly rejected Horta out of hand. Horta did eventually get the job, largely because of his own talent and dedication, but it caused considerable disagreement on the Academic Council for some time.

MAISON AUTRIQUE

His friends continued to support him, and one of his first commissions in his second year after becoming a Master Mason in 1892, when he was not yet 30, was to design a house for Eugene Autrique, now a qualified engineer. Horta was determined that although it would be a fairly small town house in an ordinary road, it would be given all the latest innovations and attention to detail that he employed in all his work.

The Maison Autrique in Chausée de Haecht has recently been restored, and with clever projection and use of audio tapes has been brought to life as it was in the late 19th century. In the semi-basement kitchen white sheets hang up to dry in the heat from the stove, while sounds of cooking are to be heard. In the bathroom there is a projection of a lady bathing and the sound of running water is heard. Every room is beautifully proportioned and delightfully light and Horta has considered all the needs of the family both above and below stairs. He even used hand-painted linoleum, the latest easy-to-clean flooring and an improvement on draughty ill-fitting boards. It is on the outside of the house however that Horta, with the approval of Autrique, embellished it with the many symbols which said to the world that it was a house whose owner and architect were not afraid to proclaim their masonic affiliation.

The actual design of Maison Autrique is more medieval Tuscan than anything else, perhaps as a protest against Catholic conservative architecture. The designs on the mouldings, frames and brackets are abstract, but the wrought iron grilles on the kitchen windows contain certain symbols of triangles and shapes of hooded cobra or the uraeus on a pharaonic crown. Higher up are similar symbols on the parapet of the pseudo loggia and bel étage window, echoing the Egyptian motifs decorating the Grand Temple in Brussels. It is interesting that the pyramid triangle identified Autrique and Horta as members of ‘Les Amis Philanthropes’, as this symbol appears on the reverse of the lodge medal.

EGYPTIAN SYMBOLS

By the time Horta built Emile Tassel’s house, although he used a number of Egyptian symbols in his original design, the only ones to be seen are two purely decorative iron columns on either side of the staircase leading up to the main floor which probably represent the two pillars of Jachin and Boaz standing at the entrance to Solomon’s Temple. Horta was never short of masonic clients, but rarely used masonic symbols on the buildings after this, as the clients often held high positions in authority and needed to be discreet about their loyalties.

The Catholic authorities were horrified with Horta’s designs and Art Nouveau in general, and condemned it ‘on the ground that its sinuous curves appeared to be the mark of a totally pagan lubriciousness, and forbade its teaching in the [Catholic] architectural schools of Saint-Luc.’

From that time, Art Nouveau became associated with Freemasonry and its liberal politics. However Horta never involved himself in political fighting. He agreed with the masonic moral and ethical issues, but his particular style of Art Nouveau was unique and apolitical.

THE GRAND PLACE

In 1899 he designed a masonic plaque, executed by the sculptor Victor Rousseau, in commemoration of Charles Buls, a former Master of ‘Les Amis Philanthropes’ who had played an important part in the development of Belgian Freemasonry. As he was also largely responsible for preserving the beautiful historic Grand Place, it is placed there under the arcade of La Maison de l’Etoile. On the plaque a girl holding a compass and scroll represents homage to Master Architects, while a boy holding a lighted oil lamp represents the beginning of the quest for esoteric knowledge, enlightenment and immortality. Around them are acacia branches symbolising rebirth and by which the Master Masons identified the tomb of the murdered Hiram, architect of Solomon’s Temple.

As Horta’s career progressed, he was commissioned to design many public buildings, among which, in 1896, was La Maison du Peuple for the Workers Party. The inaugural speech in 1899 congratulated and thanked him for his “sensitive understanding of our needs and our aspirations”. Horta has symbolised these and the work of the party in his glorious edifice. He was also responsible for the Gare Centrale, the Palais des Beaux Arts and several prestigious shops, and even found time to build his own house in 1898, now Musée Horta, and give lectures at the Academies of Brussels and Antwerp.

In the First World War when he was over 50 and a famous architect he left war torn Belgium and came with other masons to London. Here, together with Count Eugène Goblet d’Alviella and others, he founded the “Albert de Belgique” Lodge, under the Grand Orient of Belgium, but meeting in London. They met at the Waldorf Astoria Hotel in Aldwych where, on 29 May 1915, Horta himself gave a lecture entitled ‘The Reorganisation of the Brussels Art School’. Horta also came to London in the Second World War, by which time King Albert had conferred on him the title of Baron for services to Architecture.

He died in September 1947 at the age of 86 and is buried in the cemetery of Ixelles, a suburb of Brussels. His grave is simple; he is only fourth on the list of the interred, and his achievements hardly mentioned. La Maison du Peuple was later demolished. He lived for his work, which cost him his marriage and most of his friends, but he was completely true and loyal to art and its ethics. If the cost of building his design exceeded his quotation for example, he would waive his fee. It could be said that he reflected masonic ideals within his work all his life.